Η δικηγόρος Κατερίνα Βολονάκη, ομιλήτρια στο 4ο Ετήσιο Επιστημονικό Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε στη Ρόδο, στις 12 και 13 Μαϊου 2017, το 4ο Ετήσιο Επιστημονικό Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου.

Ο τίτλος του Συνεδρίου, ήταν «Σύγχρονα ζητήματα δημοσίου δικαίου» και οι εργασίες του, έλαβαν χώρα στις αίθουσες επιστημονικών εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου.

Στο συνέδριο από τους νομικούς της Ρόδου, απεύθυνε χαιρετισμό ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου Κωνσταντίνος Σαρρής, ενώ ομιλία πραγματοποίησαν οι δικηγόροι Κατερίνα Βολονάκη, Ειρήνη – Μαρίνα Κατσιμπρή και Μιχάλης Παπαγεωργίου.

Η Κατερίνα Βολονάκη (δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, υπ. Διδάκτωρ Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ., Μεταπτυχιακό στο Δημόσιο Δίκαιο Δ.Π.Θ.), αναφέρθηκε στην ομιλία της, στην «Αντισυνταγματικοτητα του πιστοποιητικου ΕΝΦΙΑ«.

Ακολουθεί περίληψη της τοποθέτησής της:

Η διαδικασία και ο τρόπος υποβολής της δήλωσης του ΕΝΦΙΑ καθορίζεται με πράξη της ϕορολογικής διοίκησης.

Με το πιστοποιητικό της ϕορολογικής διοίκησης πρέπει να πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝΦΙΑ καθώς και ότι ο ϕορολογούμενος έχει καταβάλει ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από τον ΕΝΦΙΑ για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί απόν το ΕΝΦΙΑ για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη.

Η ανωτέρω ϕορολογική υποχρέωση θα ήταν αδιάϕορη δικονομικά, αν δεν προστίθετο νέο άρθρο στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 4223/2013, με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν 4254/2014. Ειδικότερα, «Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής:

«…Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραϕής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράϕων 1 και 3 του άρθρου αυτού.»

Ωστόσο, η ανωτέρω διάταξη είναι προϕανές ότι θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και αρχή της αναλογικότητας), αϕού θίγει τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας και εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσϕύγει στη δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες ϕορολογικές υποχρεώσεις.

Αυτούσια η ομιλία της:

Αντισυνταγματικότητα του πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της συζήτησης ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 ορίζεται ότι «Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. επιβάλλεται στα εμπράγματα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας, της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης και της επιφάνειας επί του ακινήτου. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. επιβάλλεται και στα εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα της αποκλειστικής χρήσης θέσης στάθμευσης, βοηθητικού χώρου και κολυμβητικής δεξαμενής, που βρίσκονται σε κοινόκτητο τμήμα του ακινήτου και αποτελούν παρακολούθημα των παραπάνω εμπράγματων δικαιωμάτων. Εξαιρετικά, επιβάλλεται και στο δικαίωμα της νομής ή οιονεί νομής, της κατοχής, καθώς και στη δέσμευση δικαιωμάτων επί του ακινήτου από Ο.Τ.Α.»

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου 4223/2013 «Υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α. είναι κάθε πρόσωπο ή οντότητα του άρθρου 1, ανάλογα με το δικαίωμα και το ποσοστό του, και μεταξύ άλλων: ια) ο νομέας επίδικου ακινήτου. Αν το ακίνητο εκνικηθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο ΕΝ.Φ.Ι.Α., που καταβλήθηκε, δεν επιστρέφεται.

Η διαδικασία και ο τρόπος υποβολής της δήλωσης του ΕΝΦΙΑ καθορίζεται με πράξη της φορολογικής διοίκησης. Με το πιστοποιητικό της φορολογικής διοίκησης πρέπει να πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝΦΙΑ καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από τον ΕΝΦΙΑ για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί απόν το ΕΝΦΙΑ για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Ως προς τα στοιχεία του ακινήτου επιτρέπεται απόκλιση της επιφάνειας, που αποτυπώνεται στο πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ μέχρι 5 τ.μ. για τα κτίσματα και μέχρι 2% της επιφάνειάς του για τα γήπεδα ή οικόπεδα.

Η ανωτέρω φορολογική υποχρέωση θα ήταν αδιάφορη δικονομικά, αν δεν προστίθετο νέο άρθρο στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 4223/2013, με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν 4254/2014. Ειδικότερα, «Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής: «…Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού.«

 Ωστόσο, η ανωτέρω διάταξη είναι προφανές ότι θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και αρχή της αναλογικότητας), αφού θίγει τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας και εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές υποχρεώσεις.

Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ` εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Όμως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών). Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο. Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω διάταξη ως αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε εμπράγματης αγωγής. Ενώ, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Επομένως, η παραπάνω ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών.

Επιπλέον, η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις. Διαφορετικά θα ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκομίσει το ως άνω πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να προστατεύσει το δικαίωμα της κυριότητάς του, που του παρέχει άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο ακίνητο (άρθρα 973 και 1000 του ΑΚ), θα πρέπει να μην εκδικασθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, αφού το δικαστήριο δεν θα υπεισέρχεται στην ουσία της ένδικης διαφοράς και έτσι ο πολίτης θα στερείται ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητό του χωρίς την άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε καταπατητή. Εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. Άλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης.

Leave a Reply

Your email address will not be published.