ΔΑΚΡΥΑ ΜΕ ΧΡΩΜΑ ΚΟΚΚΙΝΟ

Περπατάω και τα βήματά μου, τα νιώθω βαριά στο κρύο αυτό ξένο χώμα. Δε μπορώ να προσδιορίσω αν είναι μέρα ή νύχτα. Ο ουρανός είναι πλημμυρισμένος με σύννεφα καπνού, καπνός που μου καίει τα ρουθούνια και δυσκολεύει όλο ένα και περισσότερο την αναπνοή μου. Γύρω μου συντρίμμια, νιώθω τα πόδια μου σιγά-σιγά να πληγιάζουν, να ματώνουν. Αντικρίζω κόκκινο, βαθύ, πολύ και έντονο.

αγγελικη λυριάννα χατζηρήγαΓράφει η Αγγελική – Λυριάννα Χατζηρήγα

Σπουδάστρια Δημοσιογραφίας

Είναι δυνατόν όλο αυτό το αίμα να προέρχεται μόνο από εμένα; Κάτι δεν πηγαίνει καλά, αρχίζω πάλι να κρυώνω. Τα χέρια μου γίνονται μια αγκαλιά γύρω από το σώμα μου και μόνο τότε παρατηρώ ότι πάνω μου κρέμονται κουρέλια. Στέκομαι και αντικρίζω το ξένο και βρώμικο πρόσωπο, στη γεμάτη θολό νερό λακκούβα μπροστά μου. Όχι-όχι δε γίνεται να είμαι εγώ. Πόση λύπη χώρεσε ξαφνικά εντός μου, τόση που δε τη χωράω και δε με χωρά πια. Νιώθω τη ζεστή υφή των δακρύων να παρηγορούν για λίγο το κρύο και υγρό πρόσωπο μου. Κρυώνω, κρυώνω πολύ. Τα αυτιά μου έχουν βουλώσει από τους συνεχόμενους βομβαρδισμούς.

ΠΑΙΔΙ ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΤΕΣ ΠΑΡΙΣΙΝιώθω τα βήματα μου ασταθή, ξαφνικά αισθάνομαι τόσο μα τόσο αδύναμη. Τους βομβαρδισμούς τώρα, θαρρείς τους συνοδεύει ένα ουρλιαχτό. Όλο και πληθαίνουν και με πλαισιώνουν. Εισχωρούν στο μυαλό και στην καρδιά μου έτσι όπως έρχονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Τα ακολουθώ όσο μπορώ. Δε μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτα άλλο γύρω πέρα από γκρι, μαύρο και πότε-πότε κόκκινο συμπληρώνοντας τον τραγικό καμβά του τοπίου. Ένας άντρας στα δεξιά μου σπαράζει κρατώντας στην αγκαλιά του ένα κοριτσάκι «ντυμένο» στα κόκκινα. Δεν καταλαβαίνω τι μου λέει. Νιώθω τον πόνο του να κυριεύει μέσα μου, να γίνεται ένα μου. Θυμώνω, θυμώνω πολύ. Θέλω να τον παρηγορήσω να του πω πως όλα θα πάνε καλά.

Κοιτάω εμπρός μου και άλλο κόκκινο, πως ένα τόσο χαρούμενο χρώμα με κάνει να το αισθάνομαι ξαφνικά τόσο μισητό; Εκατοντάδες κουβάρια άψυχων σωμάτων μπροστά μου, η μυρωδιά του θανάτου είναι παντού και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και αποπνικτικότερη. Θέλω να την αποβάλλω να μη νιώθω άλλο την παρουσία της γύρω. Και τα όπλα ηχούν και πάλι, κόσμος πολύς. Μαυροφορεμένες φιγούρες κατευθύνονται προς διάφορα σημεία, δεν χωράνε χρώματα στην απώλεια, δεν υπάρχει γλώσσα που να μεταφράζει διαφορετικά τον πόνο. Όλοι θρηνούν ανεξαιρέτως. Τους παρατηρώ τώρα καλύτερα, θαρρώ και κρατάνε γύρω τους σημαίες. Πλησιάζω ακόμη πιο κοντά προκειμένου να κοιτάξω καλύτερα.  Σημαίες όπως της Παλαιστίνης, Συρίας, Λίβανου, Ουκρανίας, Γαλλίας. Φωνές από την αντίθετη πλευρά τώρα σκεπάζουν τους λυγμούς.

«Αλλάχ Ουακμπάρ» ουρλιάζουν και τους κοιτώ αποσβολωμένη. Κουκούλες καλύπτουν τα πρόσωπα τους και τα όπλα λες και αποτελούν προέκταση των χεριών τους στρέφονται επιθετικά προς το μέρος μου.

«Αλλάχ Ουακμπαρ» επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τρομοκρατώντας με. Με όσο θάρρος μου έχει απομείνει, ουρλιάζω. Ουρλιάζω όπως δεν έχω ξανά ουρλιάξει ποτέ ξανά στη ζωή μου. «Αλλάχ σημαίνει Θεός».

Και ο Θεός που αγαπώ, είμαι σίγουρη πως παρατηρεί όλα όσα συμβαίνουν, δακρύζοντας. Ο Θεός που πιστεύω αγκαλιάζει απόψε παρηγορώντας κάθε μικρό παιδί όπου στερήθηκε τη ζεστασιά του σπιτιού του, εξαγριώθηκε με το θάνατο του και υπέφερε διπλά και τριπλά με τις αγιάτρευτες πληγές του.

Ο δικός μου θεός δεν κάνει διακρίσεις ή στερήσεις, δεν μιλάει μία συγκεκριμένη γλώσσα και δεν αναγνωρίζει άλλα πέρα από τρία χρώματα. Ο Θεός μου σαν πονά φορά μαύρα, μαύρο σαν το χρώμα που έντυσε απόψε το στεφάνι της Ειρήνης. Σαν ελπίζει ντύνεται στα άσπρα, άσπρα σαν τα κεριά που φώτισαν στη μνήμη των θυμάτων. Μα σαν δακρύζει ο δικός μου Θεός, δακρύζει κόκκινα, το τόσο κόκκινο εκείνων των αθώων που πότισε το χώμα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.