Τα τελευταία χρόνια, οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, παραβιάζουν συστηματικά με την πρακτική τους όλες τις αρχές, που διέπουν την ενημέρωση των οφειλετών με βάση το Νόμο. Στο άρθρο 4 του Νόμου 3758/2009, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Νόμου 4038/2012, ορίζονται οι αρχές, που διέπουν την Ενημέρωση των οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

ΒΟΛΟΝΑΚΗ

Γράφει η Αικατερίνη Βολονάκη του Μιχαήλ

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγο

Υπ. Διδάκτωρ Νομικής Σχολής ΔΠΘ

Ειδικότερα, η εν γένει επιχειρηματική δράση των Εταιρειών στην αγορά διέπεται από τις αρχές της επαγγελματικής δεοντολογίας, της ευπρέπειας, της συναλλακτικής ευθύτητας, της ειλικρίνειας κατά την επικοινωνία, της διαφάνειας, του σεβασμού της προσωπικότητας, της ιδιωτικής ζωής, της υγείας, της ασφάλειας, του τραπεζικού απορρήτου και της συμβατικής και οικονομικής ελευθερίας. Ήδη η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή έχει προχωρήσει στην επιβολή προστίμων για καταχρηστικές πρακτικές εισπρακτικών εταιρειών.

Οι δανειολήπτες πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους υπαλλήλους των εισπρακτικών εταιρειών, όταν τηλεφωνικά τους ζητούν να ρυθμίσουν τα χρέη τους, διότι δημιουργούνται πρακτικά που απομαγνητοφωνούνται, αποτυπώνονται σε πρακτικά συμφωνίας και τελικά διεκδικούνται από τις τράπεζες.

Με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, οι εταιρείες ενημέρωσης καταγράφουν υποχρεωτικά το περιεχόμενο κάθε τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον οφειλέτη. Το περιεχόμενο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του οφειλέτη, δικαστικώς ή εξωδίκως και διατηρείται από τις εταιρείες υποχρεωτικώς για ένα έτος. Κατά την έναρξη της επικοινωνίας ενημερώνεται ο οφειλέτης για την καταγραφή της συνομιλίας, τη διάρκεια τήρησής της και για το ότι η καταγραφή γίνεται για τη διασφάλιση των δικών του δικαιωμάτων». Οι εταιρείες ενημέρωσης οφείλουν να χορηγούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον ζητηθούν, στον οφειλέτη ή και στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και αποκαλύπτει ότι στο πλαίσιο αυτό έχει κατατεθεί σημαντικός αριθμός καταγγελιών και διαμαρτυριών που ερευνώνται για τη βασιμότητά τους.

Ο δανειστής (τράπεζα κλπ), δεν επιτρέπεται να αναθέτει εντολή για ενημέρωση οφειλετών για ληξιπρόθεσμες οφειλές που, μεταξύ άλλων, έχουν υποβληθεί σε ρύθμιση ή διακανονισμό που τηρείται ή έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής, ή απορρέουν από καταχρηστικούς γενικούς όρους συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

Η παρέμβαση των Εταιρειών, αφορά αποκλειστικά και μόνο στην ενημέρωση των οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών τους έναντι δανειστών και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής αυτών, κατ` εντολή και για λογαριασμό των δανειστών. Δεν επιτρέπεται η ανάθεση εντολής ενημέρωσης για την ίδια ληξιπρόθεσμη οφειλή σε περισσότερες πλην μίας Εταιρείες Ενημέρωσης. Απαγορεύεται η είσπραξη από τις Εταιρείες ληξιπρόθεσμων οφειλών, καθώς και η ανάθεση μέρους ή της όλης δραστηριότητας αυτών σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Οι παρακάτω περιπτώσεις, συνιστούν αθέμιτη και παραπλανητική πρακτική των Εταιρειών Ενημέρωσης Οφειλετών:

  • Η εμφάνιση των υπαλλήλων τους υπό ιδιότητες, που δεν διαθέτουν, όπως υπαλλήλων των δανειστών, δικηγόρων ή δικαστικών επιμελητών.
  • Η άσκηση σωματικής βίας, ψυχολογικής πίεσης περί διακινδύνευσης του επαγγέλματος, των περιουσιακών στοιχείων ή της ζωής του οφειλέτη ή των οικείων του.
  • Η επίδειξη προσβλητικής συμπεριφοράς ή η χρήση προσβλητικών εκφράσεων εναντίον του οφειλέτη ή και των οικείων του.
  • Η δυσφήμιση ή η απειλή δυσφήμισης του οφειλέτη στο οικογενειακό ή εργασιακό περιβάλλον του.
  • Η εκμετάλλευση περιστάσεων αντικειμενικής αδυναμίας του οφειλέτη.
  • Η απειλή λήψης μη νόμιμου μέτρου σε βάρος του.
  • Η παραπλανητική πληροφόρηση του οφειλέτη.
  • Οι κατ’ οίκον ή στο χώρο εργασίας του οφειλέτη επισκέψεις, καθώς και οι επισκέψεις σε άλλους χώρους αυστηρώς προσωπικούς, όπως νοσοκομεία.
  • Η όχληση των οικείων προσώπων του.
  • Η παραπλανητική χρήση και παρουσίαση εγγράφων που δημιουργούν εσφαλμένα την εντύπωση ότι πρόκειται για δικαστικά έγγραφα.
  • Η οποιαδήποτε επικοινωνία, που περιλαμβάνει ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες αθέτησης πληρωμών.
  • Η επικοινωνία για οφειλές, οι οποίες απορρέουν από γενικούς όρους συναλλαγών, που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, καθώς και οι όροι, που αναφέρονται στις υπουργικές αποφάσεις ,που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του Νόμο περί προστασίας του καταναλωτή.

Επισημαίνεται ακόμη ότι πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης, απαιτείται η, από τον δανειστή προς τον οφειλέτη, επιβεβαίωση των οφειλών του με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωσή του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην εταιρεία.

Η τηλεφωνική επικοινωνία από την Εταιρεία επιτρέπεται να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9:00 έως 20:00 και μόνο τις εργάσιμες ημέρες. Οι δανειστές παρέχουν στις Εταιρείες μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία στοιχεία των οφειλετών. Οι Εταιρείες, χρησιμοποιούν τα δεδομένα των οφειλετών για τους σκοπούς, για τους οποίους διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα από τον δανειστή, καθώς και για την υπεράσπιση δικαιώματος τους ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας αρχής. Απαγορεύεται στις Εταιρείες η διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους, με ή χωρίς αντάλλαγμα, καθώς και η χρήση τους για άλλους σκοπούς. Ως τρίτοι θεωρούνται και οι θυγατρικές εταιρείες των Εταιρειών. Πρόσβαση στα δεδομένα έχουν η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων του παρόντος νόμου, άλλες δημόσιες αρχές και οι δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της άσκησης των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων τους.

Οι εταιρείες τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών οφείλουν, εφόσον τα τηρούν για το σκοπό της χρέωσης των υπηρεσιών τους, να χορηγούν χωρίς επιβάρυνση στον οφειλέτη ή για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, και εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, κατάσταση με τα συναφή δεδομένα κίνησης των τηλεφωνικών συνδέσεων, καθώς και τα αναγνωριστικά στοιχεία της ταυτότητας του συνδρομητή της τηλεφωνικής σύνδεσης από την οποία πραγματοποιήθηκε η επικοινωνία με τον οφειλέτη προκειμένου να ελεγχθεί καταγγελία για παραβίαση των διατάξεων του παρόντος νόμου.

Οι Εταιρείες καταγράφουν υποχρεωτικώς το περιεχόμενο κάθε τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον οφειλέτη. Το περιεχόμενο της καταγραφής δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του οφειλέτη, δικαστικώς ή εξωδίκως, και διατηρείται από τις Εταιρείες υποχρεωτικώς για ένα έτος από την πραγματοποίηση της επικοινωνίας. Με την πάροδο του έτους η καταγραφή καταστρέφεται εκτός αν τη διατήρηση της αιτηθεί ο οφειλέτης ή μετά από καταγγελία αυτού η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή. Κατά την έναρξη της επικοινωνίας ενημερώνεται ο οφειλέτης για την καταγραφή της συνομιλίας, τη διάρκεια τήρησης της και ότι η καταγραφή γίνεται για τη διασφάλιση των δικών του δικαιωμάτων και μόνο.

Οι Εταιρείες υποχρεούνται να χορηγούν ηλεκτρονικά αντίγραφα των καταγεγραμμένων επικοινωνιών με τους οφειλέτες στον ίδιο τον οφειλέτη για τα δεδομένα που τον αφορούν ή στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή στο πλαίσιο του ελέγχου σχετικών καταγγελιών ή αυτεπάγγελτου ελέγχου των Εταιρειών μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που θα τους ζητηθεί.

Η καταγραφή επιτρέπεται, όταν οι Εταιρείες προβαίνουν, στο πλαίσιο ανάθεσης από τους δανειστές, σε ρύθμιση ή διακανονισμό οφειλής, μετά από ενημέρωση του οφειλέτη, να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό παροχής αποδεικτικών στοιχείων της πραγματοποιηθείσας εμπορικής συναλλαγής. Στην περίπτωση αυτή οι Εταιρείες υποχρεούνται να κοινοποιούν εντός δέκα ημερών στον οφειλέτη πρακτικό του διακανονισμού. Δεν επιτρέπεται η κατά τον παραπάνω τρόπο σύναψη ρύθμισης ή διακανονισμού που επιδεινώνει τη θέση του οφειλέτη. Η επικοινωνία με τον οφειλέτη και ο διακανονισμός με αυτόν δεν οδηγούν σε αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους του οφειλέτη.

Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης επιβάλλεται σε βάρος των εταιρειών  και των δανειστών, που παραβαίνουν τις διατάξεις του νόμου πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται και ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί να διατάξει και την προσωρινή διαγραφή της Εταιρείας από το Μητρώο για χρονικό διάστημα από ένα (1) έως έξι (6) μήνες και, σε περίπτωση περαιτέρω υποτροπής, μπορεί να διατάξει την οριστική διαγραφή της Εταιρείας. Ειδικά για τις παραβιάσεις, από τις οποίες θίγεται το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων φυσικών προσώπων, αρμόδια είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Τα Ελληνικά Δικαστήρια έχουν δικαιώσει πολίτες για εφαρμογή παράνομων πρακτικών από εισπρακτική εταιρεία. Ειδικότερα, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την υπ. αριθμ. 3383/2012 απόφαση που εξέδωσε, δικαίωσε πολίτη, ο οποίος είχε στραφεί κατά εισπρακτικής εταιρείας διεκδικώντας την επιδίκαση αποζημίωσης για ηθική βλάβη που υπέστη από τις παράνομες πρακτικές που εφάρμοζε η εταιρεία εις βάρος του. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι εισπρακτικές εταιρείες δε δικαιούνται να πιέζουν παράνομα τους πολίτες, ακόμα κι αν αυτοί έχουν υπαρκτή οφειλή σε κάποια τράπεζα.

Το Ειρηνοδικείο θα αναγνώριζε δηλαδή την ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντα, ακόμα κι αν η οφειλή του ήταν υπαρκτή. Επιπλέον, στο αιτιολογικό της απόφασης σημειώνεται ότι σε περίπτωση που κάποιος συναλλασσόμενος έχει χρηματική οφειλή προς τράπεζα, η τελευταία δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων ή σε προσβλητική συμπεριφορά. Καταλήγει μάλιστα αναφέροντας ότι οι καθημερινές τηλεφωνικές ενοχλήσεις ή η με αγενή τρόπο υπενθύμιση της ύπαρξης οφειλών, οι κλήσεις σε τηλεφωνικούς αριθμούς της εργασίας τους ή η ενημέρωση τρίτων προσώπων για οφειλές των πελατών τραπεζών είναι ξεκάθαρα παράνομες.

Το ίδιο Δικαστήριο, με την υπ. αριθμ. 3277/2014 απόφαση που εξέδωσε, επιδίκασε αποζημίωση οφειλέτιδας ύψους 6.500 ευρώ σε βάρος της Τράπεζας και της Εταιρείας Ενημέρωσης οφειλετών, ως ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη. Η θεσμοθέτηση κεφαλαιουχικών εταιρειών κατά το Ν. 3758/09, όπως τροποποιήθηκε με αρθρ. 36 του Ν. 4038/12, που μετονομάζονται σε εταιρείες «ενημέρωσης», συμβάλλονται με τους δανειστές, λαμβάνοντας αμοιβή για τις υπηρεσίες «πίεσης στους οφειλέτες», προς εξόφληση και ρύθμιση των χρεών τους, γίνεται κάτω από τις αρχές της ελευθερίας των συμβάσεων και της οικονομικής ελευθερίας, που δεν εμφανίζουν εχέγγυα, αλλά και δεν μπορούν να θίξουν, συνταγματικά κατοχυρωμένα, ατομικά δικαιώματα μη συμβαλλόμενων.

Οι παραπάνω εταιρείες, εφόσον δεν εξαρτώνται από τον αρχικό υπεύθυνο επεξεργασίας, αποτελούσες ίδια νομικά πρόσωπα, που συμβάλλονται με τους πρώτους, προς επίτευξη κέρδους κι ορίζονται στο νόμο ως «υπεύθυνοι επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων», υπέχουν ευθύνη κι υποχρέωση ενημέρωσης, πριν την επεξεργασία, και διαφύλαξης του απορρήτου, όπως και ο αρχικά υπεύθυνος επεξεργασίας από την πλευρά της δανείστριας εταιρείας. Οι αρχές πρόβλεψης ελάχιστης προστασίας των υποκειμένων, που αφορούν τα προσωπικά δεδομένα, επαφίενται κατ αρχή εκ του νόμου στην «καλή θέληση» των εταιριών, που υποχρεούνται, όμως, να αποδείξουν την τήρηση εκ των υστέρων. Διατάξεις του νόμου, που έρχονται σε αντίθεση με συνταγματικές προβλέψεις και συρρικνώνουν κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα, χωρίς ύπαρξη αναλογικότητας, είναι άκυρες ως αντισυνταγματικές. Οι εναγόμενες δεν ενημέρωσαν την ενάγουσα, δεν έλαβαν την συναίνεσή της και δεν εξασφάλισαν το απόρρητο των προσωπικών της δεδομένων.

Leave a Reply

Your email address will not be published.