ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΟΛΟΝΑΚΗΚατά τα έτη 2006 έως 2009  προωθούνταν από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα τα δάνεια σε συνάλλαγμα και ειδικότερα σε ελβετικό φράγκο. Εκείνη τη χρονική περίοδο η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου ήταν ισχυρή.

Γράφει η Αικατερίνη Μιχ. Βολονάκη

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

katerina_rodos@hotmail.com

Αποτέλεσμα της προώθησης αυτής ήταν 65.000 δανειολήπτες να προχωρήσουν σε αυτό το είδος της δανειοδότησης χωρίς να έχουν την παραμικρή επίγνωση ή έστω και υποψία του μεγάλου κινδύνου, που αναλάμβαναν έναντι μια σοβαρής μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου.

Στην πορεία, άρχισε να μεταβάλλεται η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου σε βάρος του ευρώ, γεγονός, που το Σεπτέμβρη του έτους 2011 προκάλεσε  την παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας, η οποία έθεσε ανώτατη τιμή στην ισοτιμία του νομίσματός της στο 1,220 έναντι του ευρώ. Ωστόσο, Στις 15.1.2015, η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας έλαβε την απόφαση να αφήσει ελεύθερη την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου με το ευρώ, καταργώντας την ελάχιστη ισοτιμία του 1,20 (δηλαδή 1 ευρώ = 1,20 ελβετικά φράγκα) που ίσχυε από το 2011 και παράλληλα να μειώσει τα επιτόκια του νομίσματος σε αρνητικό επίπεδο.

Με την κίνηση «ξεκλειδώματος» της ισοτιμίας, καθίσταται πρακτικά σχεδόν αδύνατη η εξυπηρέτηση των δανείων που έχουν ληφθεί σε ελβετικό φράγκο πανευρωπαϊκά, προκαλώντας πανικό στους δανειολήπτες, ιδίως σε χώρες που η λήψη δανείων σε ελβετικό φράγκο είναι ιδιαίτερα αυξημένη, όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα όπου τα αντίστοιχα δάνεια ανέρχονται σε 8,5 δις. ευρώ. Η χρονική συγκυρία είναι περαιτέρω δύσκολη, αν αναλογιστεί κανείς πως η παγκόσμια οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σε μεγάλο αριθμό μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η Ελληνική Δικαιοσύνη, με πρόσφατες οριστικές αποφάσεις, καθώς και με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, έχοντας υπόψη την αναπάντεχη ανατροπή στην ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου, δικαιώνει τους δανειολήπτες, που ζητούν δικαστική προστασία.

Η αρχή έγινε με τις αποφάσεις των Πρωτοδικείων Ξάνθης (23/2014), Ρεθύμνου (192/2014) και Κοζάνης (342/2014) που επανέφεραν την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων των δανειοληπτών στα επίπεδα της ισοτιμίας του χρόνου δανεισμού τους. Ακολούθησαν οι αποφάσεις 35/2015 και 58/2015 του Πρωτοδικείου Ρόδου, της Λαμίας (134/2015 και 135/2015).

Στο σκεπτικό των ως άνω αποφάσεων, ο όρος, που προέβλεπε τη συναλλαγματική ισοτιμία κρίθηκε άκυρος, καταχρηστικός και ότι παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Νόμο 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών”, οι γενικοί όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης της τράπεζας, στον οποίο η τελευταία, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους χορηγεί, εκτός των άλλων, καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου γενικού όρου, ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 904/2011 Αρμ 2012.1708). Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί, εξάλλου, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 “σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων, που συνάπτονται με τους καταναλωτές”. Στο άρθ. 3 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι “ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση”.

Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι.

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η ακυρότητα ενός γενικού όρου συναλλαγής δεν επιδρά στο κύρος όλης της δικαιοπρακτικής σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος.

Κατά συνέπεια, το κενό, που προκαλείται στην δανειακή σύμβαση αναφορικά με την ισοτιμία, βάσει της οποίας θα υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ, που ο δανειολήπτης πραγματοποιεί προς εξόφληση των δανείων του, θα πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική, κατ’ άρθ. 200 ΑΚ, ερμηνεία αυτής (σύμβασης), ούτως ώστε η τελευταία να ανταποκρίνεται πλέον στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Αξίζει να σημειωθεί ότι και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι η ρήτρα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να ελεγχθεί ως προς την καταχρηστικότητά της, όταν καταλύεται η αρχή της διαφάνειας. Τέλος, στην πρόσφατη Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 έγινε ρητή και ειδική πρόβλεψη για δανειοδότηση σε συνάλλαγμα, προκειμένου να προστατευτεί ο καταναλωτής, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε όταν μια σύμβαση πίστωσης αφορά σε δάνειο σε ξένο νόμισμα, να υπάρχουν άλλες ρυθμίσεις, που περιορίζουν το συναλλαγματικό κίνδυνο, στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής  με βάση της σύμβασης πίστωσης.

Leave a Reply

Your email address will not be published.