Άνθρωπος  από  τα  πολύ  καλά  παιδιά, με  ευαισθησία  και  αγάπη  για  τον  συνάνθρωπο  μου. Μια  λάθος  επιλογή, ένας  γάμος  που  βιάστηκα  να κάνω, ένα παΐδι  που  μου  το  πήραν  3  μηνών  και  χάθηκαν  για  πάντα  ήταν  η  αρχή  του  Αλκοολισμού. Ένιωσα  ότι  έχασα  τα  πάντα, άρχισα  τότε  να  πίνω  μέχρι  που  δεν  καταλάβαινα, ναι  νόμιζα  βρήκα  τη  λύση  στα  προβλήματα  μου  μεθυσμένος.Το  πρωί  ξυπνούσα  και  το  πρόβλημα  υπήρχε  ίσως  και  μεγαλύτερο, άντε  πάλι  πάμε  για  ποτό  και  ξανά  και  ξανά  τα  ίδια.

Γράφει ο Ιωάννης Μ. Λαγωνικός

Πρώην αλκοολικός

Άρχισα  με  το  ξύπνημα  να  τρέμω  ήθελα  ποτό, μόλις  έπινα  μερικά  ποτήρια  σταματούσε  η  τρεμούλα  και  συνέχιζα  τώρα  πια  όλη  την  ημέρα με  ένα  μπουκάλι  αγκαλιά. Είχα  μπει  πια  στο  μακάβριο  κατάλογο  των  αλκοολικών  δεν  με  ένοιαζε  για  τίποτα  πια  μόνο  ποτό  να  έχω. Κοιμόμουν  στους  δρόμους, στα  παγκάκια, όπου  ένιωθα ότι  δεν  μπορούσα  άλλο, κάποιος  χριστιανός  με  έβλεπε  έπαιρνε  τηλέφωνο  στο  νοσοκομείο  με  μάζευε  το  ασθενοφόρο, με  βάζανε  στη  βραχεία  μέχρι  να  συνέλθω  και  πάλι  έξω  στην  αναζήτηση  ποτού. Αξύριστος  βρώμικος, χωρίς  να  με  νοιάζει  για  τίποτα  γυρνούσα  σαν  την  άδικη  κατάρα  πλέον, το  μπουκάλι  το  700  ούζο  δυο  δώσεις, και  όλη την  ημέρα  μπουκάλια  πολλά. Το  στομάχι  είχε  κλείσει  αλήθεια  φαγητό  δεν  ήθελα  δεν  το  τραβούσε  ο  οργανισμός  μου.

Άρχισα  να  κατουριέμαι  πάνω  μου,  30  ετών, ρούχα  τα  ίδια  για  μήνες, στο  σταθμό  των  τραίνων, Πειραιά, ομόνοια, αγ. Νικόλα, πλατεία  Βικτωρίας  εκεί  τριγυρνούσα  πια. Στο  νησί  μου  την  Κάρπαθο  ερχόμουν  πότε  πότε, με  έβλεπαν  οι  άνθρωποι  και  δεν  ξέραν  τι  να  κάνουν  για  να  με  σώσουν. Η  καημένη  η  μητέρα μου  που  με  είχε  έναν, έκλαιγε  γιατί  έβλεπε  ότι  είχα  πάρει  δρόμο  χωρίς  γυρισμό. Με  εισαγγελική  εντολή  με  έκλεισαν  4  φορές  σε  διάφορα  ψυχιατρεία  τη  χώρας, δραπέτευα  και  πάλι  τα  ίδια. Στο  νησί  μου  την Κάρπαθο  απαγόρευσαν  να  μου  δίνουν  ποτό  φυσικά  για  το  καλό  μου, εγώ  όμως  ανακάλυψα  το  μπλε  οινόπνευμα  το  έπαιρνα  το  έβαζα  σε  ποτήρι  και  το  έπινα , βρήκα  λύση. Είχα  φτάσει  σε  οριακά  σημεία, οι  γιατροί  δώσανε  τρεις  μήνες  ζωή, η  μητέρα  μου  κρυφά  αγόρασε  τα  ρούχα  μου, αν  τη  πάρουν τηλέφωνο  και  της έλεγαν  ότι  έφυγα  να  έχει  να  με  αλλάξει.

Ήμουν  και  με  τα  δυο  πόδια  στο  τάφο  πια, άραγε  υπάρχει  γυρισμός  από  αυτή  τη  κατάντια; Ναι  υπάρχει, ξαφνικά  μίλησα  με  τον  εαυτό  μου  μεθυσμένος, πήρα  το  μπουκάλι  μου  και  τράβηξα  για  το  νεκροταφείο  του  χωριού  μου, όταν  έφτασα  υπήρχαν  μνήματα  ανοιχτά, στάθηκα  πάνω  από  ένα  από  αυτά  και  είπα  σε  λίγο  καιρό  θα  είμαι  μέσα, κάτι  με  ταρακούνησε, άρχισα  να  καταλαβαίνω  ότι  έφτασε  το  τέλος, με  έπιασε  πανικός, πήρα  απόφαση ότι  πρέπει  να  ζήσω, και  για  να  το  κάνω  πρέπει  να  δώσω  μάχη. Ζήτησα  τη  βοήθεια  του  θεού  κλείστηκα  σε  ένα  δωματιάκι  με  τρία  μπουκάλια  ούζο  και  ξεκίνησα  τη  δική  μου  μάχη, διάβαζα  την  αγία  γραφή  και  κατανάλωνα  πολύ  νερό, καμένα  όλα  μέσα  μου. Κόλαση, σπασμοί, ιδρώτας, παραισθήσεις, εμέτους, εφιάλτες  και  ένα  σωρό  πειρασμοί.

Πολλές  φορές  λύγιζα  πήγαινα  να  πιάσω  το  μπουκάλι  να  πιω  να  λυτρωθώ, αλλά  έλεγα  όχι  εγώ θα  νικήσω    και  έβαζα  δύναμη  και  πάλευα  με  το  θηρίο. Όταν  ακούστηκε  ότι όντος  δίνω  μάχη  όλοι  οι  χωριανοί  μου  Οθείτες  αλλά  εξολοκλήρου  το  νησί  στάθηκε  στο  πλευρό  μου  καθένας  με  το  δικό  του  τρόπο  και  τους  ευχαριστώ  από  τα  βάθη  της  καρδίας  μου. Κέντρο  αποτοξίνωσης  μου  η  Νήσος  Κάρπαθος  και  οι  κάτοικοι  του. Κάθε  μέρα  που  περνούσε  ήταν  μια  γενναία  νίκη  για  μένα, δεν  μπορούσα  να  περπατήσω  από  το  σύνδρομο, επερχόντουσαν  φίλοι  και  με  το  αμάξι  με  έπαιρνα ν  βόλτες  να  ξεχνιέμαι, η  μανούλα  μου, μου  έφερνε  φαγητό  άρχισα  να  τσιμπώ  έστω  και  λίγο. Οι  μέρες  περνούσαν  και  εγώ  πήγαινα  προς  το  καλύτερο, πέρασε  ένας  μήνας  χωρίς  ποτό  φαίνεται  ότι  κερδίζεται  ο αγώνας, άντε  να  γίνουν  δυο  μήνες.

Μια  μέρα  με  καλεί  ο  τότε  Δήμαρχος  Καρπάθου  κ. Χρήστος  Κατσάνης  να  κατέβω  στο  δήμο, μου  ανακοίνωσε  ότι  με  προσλαμβάνει  στο  δήμο  μου  δώσανε  στολή, αν  και  δεν  ήμουν  έτοιμος  με  έκαναν  να  νιώσω  ότι  είμαι  πια  κάτι, έχω  μια  δουλειά  φόρεσα  στολή. Ήταν  καταλυτικό  η  πρόσληψη  μου  λειτούργησε  θετικά  στη  ψυχολογία  μου, ο  κόσμος  όπου  με  έβλεπε  μου  φώναζε  μπράβο  εμείς  είμαστε  εδώ, πήρα  τα  πάνω  μου. Ξεκίνησα  από  το  μηδέν, άρχισα  μια  νέα  ζωή, η  μητέρα  μου  πετούσε  από  χαρά, στάθηκα  στο  πλευρό  της  μέχρι  τη  τελευταία  μέρα  που  έφυγε  από  τη  ζωή, την  έφερα  από  Αθήνα  και  την  έθαψα  στο  χωριό  μου, τέλειωσα  σχολή  ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙ, έχω  μια  νέα  οικογένεια  μια  θαυμάσια  γυναίκα  και  ένα  ακόμα  γιο  11  μηνών, το  μεγάλο  μου  που  μου  το  πήραν, τώρα  μιλάμε  και  όλα  πάνε  μια  χαρά.

Ζω  υπάρχω  και  ατενίζω  το  αύριο  με  αισιοδοξία. Όλα  αυτά  που  γράφω  είναι  μια  κατάθεση  ψυχής, απευθύνομαι  στον  καθένα  και  στη  καθεμιά  που  είναι  εγκλωβισμένοι  στα  δίχτυα  της  εξάρτησης  ότι  ναι ΜΠΟΡΟΥΝ  ΝΑ  ΝΙΚΗΣΟΥΝ  ΤΗΝ  ΚΑΤΑΡΑ  ΤΟΥ  ΑΛΚΟΟΛ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.