ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

Οι ανήλικοι, αποτελούν μία πληθυσμιακή κατηγορία βαρύνουσας σημασίας, διαδραματίζοντας σπουδαίο ρόλο στον διαρκή αγώνα ανασυγκρότησης της κοινωνίας μας. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τους αφορούν (νεαρή ηλικία, εύκολα διαμορφώσιμη προσωπικότητα, προοδευτική ανάπτυξη, ευαίσθητοι ψυχικοί παράγοντες, ικανότητα βελτίωσης και περιθώρια διαπαιδαγώγησης κ.α) ενισχύουν τον κοινωνικό τους ρόλο, αφού κατ’ ουσίαν, συνιστούν τα θεμέλια κάθε κοινωνίας, τα όποια όσο πιο σωστά “δομηθούν”, τόσο αυξανόμενες είναι οι πιθανότητες δημιουργίας ενός γερού οικοδομήματος, που δύσκολα θα καταρρεύσει.

ΜΠΟΛΚΑΣ ΝΙΚΗΤΑΣ

Γράφει ο Νικήτας Χ. Μπόλκας

Δικηγόρος Ρόδου

Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου


Ανήλικος θεωρείται το άτομο που διανύει την παιδική ή την εφηβική ηλικία και το οποίο, ανάλογα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν έχει φθάσει ακόμη σε συγκεκριμένη ηλικία, ώστε να θεωρείται ενήλικος, ευρισκόμενος σε στάδιο όπου η σωματική και πνευματική ανάπτυξή του δεν έχει ολοκληρωθεί. Στη χώρα μας η παιδική ηλικία τελεί, κατ’ αρχήν, υπό την προστασία του Συντάγματος ενώ σύμφωνα με τον Ποινικό μας Κώδικα, με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ όγδοου και δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένου (αρ.121ΠΚ).

Ο ανήλικος δράστης διαφέρει από τον ενήλικο, προς τούτο και χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης. Στο στάδιο επιβολής κυρώσεων και σωφρονισμού των ανηλίκων παραβατών, το ποινικό δίκαιο αποφεύγει την επιβολή ποινής ως αναγκαίας συνέπειας της τέλεσης από τον ανήλικο αξιόποινης πράξης. Προς τούτο, θεσπίζονται ειδικότεροι κανόνες ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου που τους αφορούν, ένα αυτοτελές σύστημα κυρώσεων που περιλαμβάνει κυρίως αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα αλλά και ποινικό σωφρονισμό διά του περιορισμού τους σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Ωστόσο, ο εν λόγω περιορισμός αποτελεί μία ιδιότυπη μορφή ποινής που δεν ταυτίζεται ούτε εξομοιούται φυσικά με την στερητική της ελευθερίας ποινή της φυλάκισης. Το ποινικό δίκαιο ανηλίκων διαπνέεται από την αρχή της διαπαιδαγώγησης, ενώ για την εφαρμογή του είναι αναγκαία η προηγούμενη τέλεση αξιόποινης πράξης που περιγράφεται ρητά στο Γενικό Μέρος του Ποινικού μας Κώδικα (nullum crimen sine lege). Ο τρόπος παρέμβασης ωστόσο, θα πραγματοποιηθεί λαμβανομένου υπόψη όχι μόνο του είδους και της βαρύτητας της τελεσθείσας πράξης (δίκαιο της πράξης) αλλά και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που συνοδεύουν τον δράστη (δίκαιο του δράστη). Πρόκειται επομένως, για ένα Δυαδικό Σύστημα, στο οποίο συναντάμε αφενός το Δίκαιο Πρόνοιας και Αρωγής Ανηλίκων και αφετέρου την ανάγκη επιβολής περιοριστικών κανόνων μέσω του Ποινικού Δικαίου.

Επιχειρώντας να ορίσουμε το Δίκαιο Ανηλίκων, ελλείψει σχετικής προβλέψεως ρητού ορισμού, θα έλεγε κανείς ότι το αυτό διακρίνεται κατ’ αρχάς, σε Δίκαιο Ανηλίκων με την ευρεία έννοια του όρου, το οποίο αποτελεί το σύνολο των κανόνων κάθε κλάδου δικαίου που αφορά την προστασία των ανηλίκων σε όλο το φάσμα της κοινωνίας και σε Δίκαιο Ανηλίκων με την στενή έννοια του όρου, το οποίο ταυτίζεται με το Ποινικό Δίκαιο Ανηλίκων, αποτελώντας το σύνολο των κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου που αντιμετωπίζει ποινικής φύσεως ζητήματα ατόμων μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, κατ εξαίρεση δε, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και την ηλικία των 21 ετών μη συμπληρωμένων.

Η ποινική ευθύνη του ανηλίκου και η μετέπειτα ποινική του μεταχείριση από τα αρμόδια όργανα καθορίζεται από την ηλικία του κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σύμφωνα με το αρ. 121 του Ποινικού μας Κώδικα. Παράλληλα, δυνάμει του αρ. 40 παρ. 3 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία επικυρώθηκε στη χώρα μας το 1992 με το Ν. 2101/1992, επιβλήθηκε η θέσπιση κατώτατου ορίου ηλικίας κάτω από το οποίο τα παιδιά θα θεωρούνται ότι δεν έχουν την ικανότητα παράβασης του ποινικού νόμου. Στη χώρα μας, με το Ν. 3189/2003, το κατώτατο όριο επαναπροσδιορίσθηκε στα 8 έτη (παλαιότερα ήταν 7 έτη), ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις.

Έτσι, διακρίνουμε τις εξής κατηγορίες:

  • Ανήλικοι ηλικίας μέχρι 8 ετών: Θεωρούνται ποινικώς αδιάφοροι ως ελλείποντες της ικανότητας τελέσεως αξιόποινης πράξης, συνακόλουθα δε, δεν έχουν απολύτως καμία ποινική ευθύνη και δεν υποβάλλονται σε ποινική μεταχείριση αφού, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, θεωρούνται ως ανίκανοι να βαρύνονται ενοχής.
  • Ανήλικοι ηλικίας 8 έως 13 ετών: Η αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε από ανήλικο αυτής της ηλικίας δεν καταλογίζεται σε αυτόν. Τούτο σημαίνει, ότι κάθε ανήλικος αυτής της ηλικίας, ανεξαρτήτως άλλων χαρακτηριστικών (φύλλου, νοητικής ωριμότητας, θέλησης κλπ) δεν μπορεί να θεωρηθεί εγκληματίας με τη στενή έννοια του όρου, μη τελώντας πλήρες έγκλημα, αφού η ποινή μπορεί να επιβληθεί μόνο εφόσον η εγκληματική συμπεριφορά καταλογίζεται προσωπικά στον δράστη. Το παρόν ηλικιακό στάδιο αποτελεί, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, λόγος άρσης του καταλογισμού. Ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα επιβολής σε αυτούς αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων προκειμένου να επιτευχθεί η αρχή της διαπαιδαγώγησης και επανένταξης που αποτελεί και τον στόχο του ποινικού δικαίου ανηλίκων.
  • Ανήλικοι ηλικίας 13 έως 18 ετών: Οι ανήλικοι σε αυτό το χρονικό στάδιο της ηλικίας τους φέρουν από το νόμο ποινική ευθύνη και το ηλικιακό κριτήριο δεν αίρει γι αυτούς τον καταλογισμό αυτοδικαίως. Κριτήριο για την ικανότητα ή μη καταλογισμού αποτελεί η αξιολόγηση της ωριμότητας του από το Αρμόδιο Δικαστήριο Ανηλίκων, ενώ μετά και την ισχύ του Ν.3860/2010 η παρούσα κατηγορία διαχωρίζεται σε δύο περαιτέρω υποκατηγορίες. Ειδικότερα:

◦ Ανήλικοι ηλικίας 13 έως 15 ετών, στους οποίους δεν δύνανται να επιβληθεί ποινικός σωφρονισμός αλλά επιτρέπεται μόνο η επιβολή αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων και μόνο εφόσον κριθούν ως άκρως απαραίτητα για να επιτευχθούν οι στόχοι του δικαίου ανηλίκων. Κατά συνέπεια βαρύνοντα ρόλο διαδραματίζει μόνο η ηλικία και όχι η φύση της πράξης, ώστε ακόμη και αν πρόκειται για κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη, ανήλικοι αυτής της κατηγορίας απαγορεύεται να υποβληθούν σε ποινικό σωφρονισμό.

◦ Ανήλικοι ηλικίας 15 έως 18 ετών (15-18), οι οποίοι θεωρούνται ποινικώς υπεύθυνοι και είναι εφικτό να τους επιβληθούν αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή ακόμα και περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων εφόσον συντρέχουν οι όροι επιβολής ποινικού σωφρονισμού κατ’ αρ. 127ΠΚ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ειδικά αιτιολογημένες.

Περαιτέρω, μία από τις σημαντικότερες εξαιρέσεις στο Δίκαιο των Ανηλίκων, ορίζεται στο άρθρο 18 εδ. β’ του Ποινικού μας Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο τα αδικήματα που τελούνται από τους ανηλίκους έχουν, κατά πλάσμα δικαίου, πλημμεληματικό χαρακτήρα (νομοθετική πλημμελειοποίηση).

Επομένως, οι αξιόποινες πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα, που τελούνται από ανηλίκους, δεν εκδικάζονται από το κοινό ποινικό Δικαστήριο, ήτοι το Μικτό Ορκωτό, αλλά αυτές ανήκουν στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων.

Σκοπός της  ρυθμίσεως θεωρείται η ανάγκη να αποσπασθούν οι τελούμενες από ανήλικο κακουργηματικές πράξεις από τον απαρχαιωμένο θεσμό των Ορκωτών Δικαστηρίων. Δεδομένου, μάλιστα, ότι μέχρι και το 1952 δεν προβλεπόταν ρητά μια τέτοιου είδους ρύθμιση στο Σύνταγμα, όπως προβλέφθηκε τελικά με το Σύνταγμα του 1952 και το Σύνταγμα του 1975, κατέφυγε ο Ποινικός Νομοθέτης (ΠΚ 1952) στη λύση να δώσει πλημμεληματικό χαρακτήρα σε όλα τα σοβαρά αδικήματα ανηλίκων.

Το γεγονός ωστόσο, ότι η παρούσα επιλογή διατηρήθηκε παρά τις σχετικές ρητές προβλέψεις του Συντάγματος(αρ. 93 παρ.2, 96παρ.3 και 97 Συντ.), δημιούργησε ποικίλα ζητήματα στην πράξη, αφού δεν είναι δογματικά ορθό, η ίδια πράξη να θεωρείται άλλοτε ως κακούργημα και άλλοτε ως πλημμέλημα. Αντίβαρο του επιχειρήματος αυτού, αποτελεί το γεγονός ότι σε αντίθετη περίπτωση, δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος απώλειας για τον ανήλικο θεμελιωδών δικονομικών δικαιωμάτων του, δεδομένου ότι πολλές από τις διατάξεις που τον αφορούν αποτελούν διατάξεις του κοινού ποινικού δικονομικού δικαίου δίχως ειδικότερη πρόβλεψη για τον ανήλικο.

Ορθότερο φαίνεται το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο κ. Λ. Μαργαρίτης σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει η διάταξη του αρ. 18εδ. β’ να ενεργοποιείται αν και εφόσον η επίκληση και η χρήση της οδηγεί σε ευνοϊκές για τον ανήλικο κατηγορούμενο λύσεις. Πρέπει να υποχωρεί όμως τούτη μπροστά στις υπόλοιπες ρυθμίσεις, όπου η εφαρμογή της θα κατέληγε σε απώλεια ή συρρίκνωση αναγνωρισμένων στους ενήλικους δράστες δικαιωμάτων.

Οριστική λύση θα μπορούσε πάντως να δώσει μια Κωδικοποίηση των Διατάξεων που αφορούν τους ανήλικους, με τη δημιουργία αυτοτελών νομοθετημάτων, στα κείμενα των οποίων θα διευθετούνταν και θα ορίζονταν ρητά όλες οι εξαιρέσεις ή επιτρεπτές εφαρμογές του κοινού Δικαίου, ακολουθώντας έτσι το παράδειγμα πολλών χωρών όπως Αυστρία, Γερμανία, Κύπρο, Κροατία, Αγγλία και Ουαλία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία και Τσέχικη Δημοκρατία, όπου η νομοθεσία για την ποινική μεταχείριση των ανηλίκων είναι αυθύπαρκτη και αυτοτελής των γενικών κανόνων του Ποινικού Δικαίου.

Πηγή: Black Monday.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.