ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΡΟΔΟΥ

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΔΗΛΩΣΗ

Συνδικαλιστικού Σωματείου με την επωνυμία ”Σύλλογος εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου”, που εδρεύει στον Δήμο Ρόδου, περιοχή Αγίων Αποστόλων κι εκπροσωπείται νόμιμα.

ΠΡΟΣ:

1.Υπουργό Υγείας κ. Ανδρέα Ξανθό

  1. Διοικήτρια 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς &Αιγαίου κ. Όλγα Ιορδανίδου

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

1.Αναπληρωτή Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου “ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ”

  1. Διοικητική Υπηρεσία Γ.Ν. Ρόδου
  2. Νοσηλευτική Υπηρεσία Γ.Ν. Ρόδου
  3. Ιατρική Υπηρεσία Γ.Ν. Ρόδου
  4. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου κ. Κυριακή Κλιάμπα

Όπως καλά γνωρίζετε το νοσοκομείο της Ρόδου, το πιο μεγάλο και μάχιμο νοσοκομείο στη Δωδεκάνησο, εξυπηρετεί τις ανάγκες 120.000 μονίμων κατοίκων της Ρόδου και κατά την τουριστική σεζόν θα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες 250.000(!!) ατόμων εξαιτίας της μεγάλης τουριστικής κίνησης στο νησί, ενώ  επιπλέον καλύπτει υγειονομικά όλη τη Δωδεκάνησο λόγω της υποστελέχωσης των υπολοίπων νοσοκομείων και πολυδύναμων ιατρείων της Δωδεκανήσου. Παρά ταύτα διαθέτει οργανική δύναμη 340 κλινών και μόλις 100 άτομα ως εν ενεργεία νοσηλευτικό προσωπικό στο κυκλικό ωράριο, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 380, λειτουργώντας με αυτόν τον τρόπο μόνο με το 1/3 των νοσηλευτών που θα έπρεπε να έχει, δηλαδή μόνο με το προσωπικό ασφαλείας. Σημειωτέον, υπάρχουν 240 περίπου κενές οργανικές θέσεις στη Νοσηλευτική Υπηρεσία μόνο!!!

Εδώ και πάρα πολλά έτη εξαιτίας της απουσίας του αναγκαίου αριθμού προσωπικού υπάρχει άρνηση (αναγκαστική) ως προς τη χορήγηση  στο προσωπικό που παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτό επί 24ώρου βάσεως (κυκλικό ωράριο) όπως λ.χ. Νοσηλευτικό, παραϊατρικό κ.λ.π. τη νομοθετικά καθιερωμένη εβδομαδιαία ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) με αποτέλεσμα το παραπάνω προσωπικό να εμφανίζει έντονα σημεία κόπωσης σωματικής και ψυχικής.

Ενδεικτικά στο νοσηλευτικό προσωπικό οφείλονται συνολικά άνω των 8600 ημερών εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) εδώ και 3 χρόνια περίπου.

Για το λόγο αυτό επανειλημμένα έχουμε γνωστοποιήσει με έγγραφά μας σε όλους τους αρμόδιους φορείς (προϊστάμενές μας Αρχές), την ανάγκη της άμεσης πλήρωσης των κενών οργανικών θέσεων νοσηλευτικού, παραϊατρικού κλπ προσωπικού, σύμφωνα και με τα αιτήματα που έχει αποστείλει το Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου.

Μέχρι τότε, παρακαλούμε όπως επανεξεταστεί άμεσα η κατανομή επικουρικού προσωπικού απ’ την οποία αυθαίρετα και αναίτια εξαιρέθηκε ειδικά το Γ.Ν. Ρόδου (βλ. υπ’αριθμ. ΔΑΑΔ 8031/24-2-2016 έγγραφο του Ρόδιου Υποδιοικητή της 2ης Υ.Πε. κ. Πλάτση Χαράλαμπου). Διότι αν η 2η Υ. Πε. θεώρησε το αίτημά μας υπερβολικό γιατί δεν μας έδωσε κατά την κρίση της έναν λογικό αριθμό επικουρικού προσωπικού παρά μόνο μας εξαίρεσαν εντελώς; Μέχρι πότε τα Νοσοκομεία του Κέντρου θα παίρνουν τη μερίδα του λέοντος σε βάρος του Νοσοκομείου μας παρόλο που είμαστε νησιωτικό Νοσοκομείο σε παραμεθόριο περιοχή; 

Αν μάλιστα στο γεγονός της έλλειψης προσωπικού προστεθεί και το γεγονός ότι τα τελευταία έτη δεν προσλαμβάνεται από το Νοσοκομείο προσωπικό σε αναπλήρωση του προσωπικού που παραιτείται λόγω συνταξιοδότησής του, ευχερώς αντιλαμβάνεται κάποιος ότι το πρόβλημα εντείνεται με απρόβλεπτες συνέπειες για την υγεία του κοινωνικού συνόλου.

Παρά λοιπόν τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες και ενοχλήσεις μας σε όλους τους αρμόδιους φορείς μέχρι και σήμερα καμία λύση δεν έχει ανευρεθεί στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Νοσοκομείο μας με αποτέλεσμα συνεχώς να καταστρατηγούνται τα ελάχιστα δικαιώματά μας ως εργαζομένων και ως ανθρώπων, με την επίκληση συνεχώς εδώ και 25 συναπτά έτη «εκτάκτων αναγκών»!!!.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα (Νόμος 3528/2007), «ο υπάλληλος παρέχει την εργασία του μέσα στον οριζόμενο από τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις χρόνο».

Η παραπάνω κατευθυντήρια διάταξη εξειδικεύεται από τις σχετικές ρυθμίσεις του Προεδρικού Διατάγματος 88/1999 (Ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 93/104/ΕΚ). Σύμφωνα, λοιπόν, με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ως άνω ΠΔ, «για κάθε περίοδο 24 ωρών, η ελάχιστη ανάπαυση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από έντεκα (11) συνεχείς ώρες. Η περίοδος των 24 ωρών αρχίζει την 00:01 και λήγει την 24:00 ώρα»., ενώ σύμφωνα με το άρθρο του ίδιου ως άνω ΠΔ « ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων (4) μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ` αποδοχών, και οι περίοδοι αδείας ασθενείας δεν συνεκτιμώνται ή είναι ουδέτερες, όσον αφορά τον υπολογισμό του μέσου όρου

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ίδιου παραπάνω ΠΔ 88/1999, «στους εργαζόμενους εξασφαλίζεται ανά εβδομάδα, ελάχιστη περίοδος συνεχούς ανάπαυσης εικοσιτεσσάρων (24) ωρών, η οποία συμπεριλαμβάνει κατ’ αρχήν την Κυριακή, ανάλογα με τις ισχύουσες για κάθε κατηγορία εργαζόμενων διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και πρακτικές, στις οποίες προστίθενται οι έντεκα (11) συνεχείς ώρες της ημερήσιας ανάπαυσης του άρθρου 3 του παρόντος. Αν δικαιολογείται για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή από τις συνθήκες οργάνωσης της εργασίας μπορεί να ορισθεί ελάχιστη περίοδος ανάπαυσης εικοσιτεσσάρων (24) ωρών. Όπου προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις η Κυριακή, ως ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης, αυτή αρχίζει την 00:01 ώρα και λήγει την 24:00 ώρα. Για τους εργαζόμενους σε δραστηριότητες που λειτουργούν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο με σύστημα διαδοχικών ομάδων εργασίας, η Κυριακή, μπορεί να αρχίζει την 06:00 ώρα ή την 07:00 ώρα και να λήγει την αντίστοιχη ώρα της Δευτέρας. Οι ρυθμίσεις των αμέσως προηγούμενων δύο εδαφίων ισχύουν αναλόγως και σε όσες περιπτώσεις, ως ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης προβλέπεται από την οικεία νομοθεσία άλλη ημέρα εκτός της Κυριακής».

 

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι υπάρχει υποχρέωση χορήγησης ελάχιστης περιόδου αναπαύσεως 24 ωρών ανά εβδομάδα, ήτοι τουλάχιστον ενός «ρεπό» την εβδομάδα, απαγορευμένης κάθε αντίθετης πρακτικής, που είναι ευθέως παράνομη και καταχρηστική.

Επιπλέον, για κάθε περίοδο 24 ωρών θα πρέπει να χορηγείται στον εργαζόμενο περίοδος τουλάχιστον 11 συνεχόμενων ωρών ανάπαυσης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, οποιοδήποτε πρόγραμμα εργασίας αντιβαίνει το προεκτεθέν θεσμικό πλαίσιο ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνον για περιορισμένο χρονικό διάστημα και για την κάλυψη εκτάκτων και απρόβλεπτων αναγκών.

 

Περαιτέρω, όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία σύμφωνα με το άρθρο 8 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος, 1. «ο κανονικός χρόνος εργασίας των εργαζομένων τη νύχτα δεν πρέπει να υπερβαίνει κατά μέσο όρο τις οκτώ ώρες ανά εικοσιτετράωρο σε περίοδο μιας εβδομάδας. Μπορεί να ορίζεται διαφορετική από την παραπάνω περίοδο αναφοράς με συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Εάν η ελαχίστη περίοδος εικοσιτετράωρης εβδομαδιαίας ανάπαυσης που απαιτείται από το άρθρο 5 εμπίπτει σ’ αυτή την περίοδο αναφοράς, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του μέσου όρου, 2. «Οι εργαζόμενοι τη νύχτα, όταν η εργασία την οποία εκτελούν ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση, δεν πρέπει να εργάζονται περισσότερο από οκτώ ώρες κατά τη διάρκεια εικοσιτετράωρης περιόδου στην οποία πραγματοποιούν νυχτερινή εργασία. Η εργασία που ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση, εφόσον δεν ορίζεται από την κείμενη νομοθεσία ή από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθορίζεται στο επίπεδο της επιχείρησης μετά από διαβούλευση μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων (Ν.1264/82) ή των εκπροσώπων τους για θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων [άρθρα 2 (παράγραφος 4) και 10 του Π.Δ.17/96) και σύμφωνα με την γραπτή εκτίμηση κινδύνου [άρθρο 8 (παράγραφος 1) του Π.Δ.17/96], στην οποία θα πρέπει να εκτιμώνται και οι κίνδυνοι που συνδέονται με την νυχτερινή εργασία».

 

Επομένως η νυχτερινή εργασία περιλαμβάνει την παροχή εργασίας για οκτώ συνεχόμενες ώρες ανά εικοσιτετράωρο σε περίοδο μιας εβδομάδας και οποιοδήποτε πρόγραμμα εργασίας και αντιβαίνει το προεκτεθέν θεσμικό πλαίσιο ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί.

 

Επιπλέον σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα (Νόμος 3528/2007), «1. Δεκαπέντε (15) ημέρες από την κανονική άδεια χορηγούνται υποχρεωτικά, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, από 15 Μαΐου έως 31 Οκτωβρίου. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει σε υπηρεσίες οι οποίες έχουν καθοριστεί με απόφαση του οικείου Υπουργού και κατά την περίοδο αυτή βρίσκονται στην αιχμή της λειτουργίας τους ή λειτουργούν σε εικοσιτετράωρη βάση. Όταν με αίτηση του υπαλλήλου ολόκληρη η άδεια χορηγείται εκτός από την περίοδο αυτή, προσαυξάνεται κατά πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. Η προσαύξηση αυτή δεν χορηγείται όταν ο υπάλληλος κάνει χρήση της κανονικής του άδειας κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και του Πάσχα. 2.Η υπηρεσία, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος, χορηγεί υποχρεωτικά σε αυτόν μέσα στο δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους την κανονική άδεια που δικαιούται και αν ακόμα δεν την ζητήσει. 3.Επιτρέπεται να μην χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας, μετά όμως από έγκριση του οργάνου που προΐσταται εκείνου το οποίο είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας. Αν τέτοιο όργανο δεν υπάρχει, αποφασίζει το αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας όργανο. 4.Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος».

Όπως προκύπτει εκ των ανωτέρω διατάξεων, το υπόλοιπο ημερών μη χορηγηθείσας κανονικής άδειας μεταφέρεται υποχρεωτικώς το επόμενο έτος. Με άλλα λόγια το επόμενο έτος ο υπάλληλος δικαιούται να λάβει άδεια προσαυξημένη με όσες εργάσιμες ημέρες περιορίσθηκε η άδεια του προηγούμενου έτους.

Η μεταφορά επομένως της άδειας σε επόμενο έτος πραγματοποιείται, όταν πρόκειται για άδεια που δεν χορηγήθηκε προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας, όπως χαρακτηριστικώς αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 49, στην οποία ευθέως παραπέμπει η αμέσως επόμενη παράγραφος 4.

Η δικαιολογητική βάση της θεσμοθέτησης του δικαιώματος λήψης κανονικής άδειας είναι η αναμφισβήτητη ανάγκη σωματικής και πνευματικής ανάπαυσης του υπαλλήλου, ώστε αυτός να επανέλθει στην υπηρεσία με τις απαιτούμενες ανανεωμένες δυνάμεις.

Ο νομοθέτης λοιπόν προέβλεψε την τακτική χορήγηση εβδομαδιαίας ημερήσιας ανάπαυσης (ρεπό) για το προσωπικό που απασχολείται στις μονάδες Υγείας επί 24ώρου βάσεως, ώστε αυτό να αναπαύεται και να μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες τους με την ποιότητα και ευθύνη που απαιτεί ο ευαίσθητος κλάδος της υγείας. Όταν το συγκεκριμένο προσωπικό απασχολείται συνεχώς και χωρίς ανάπαυση και επιπλέον με μη χορήγηση της ετήσιας άδειας που δικαιούται είναι λογικό να μειώνονται οι φυσικές και πνευματικές αντοχές του με αποτέλεσμα την ακούσια από μέρους του πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, τις  άμεσες επιβλαβείς συνέπειες  στην υγεία μας, και τη μη ποιοτική παροχή υπηρεσιών Υγείας, η οποία θα έπρεπε να είναι το κύριο μέλημά σας.

Παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες μας λοιπόν στους αρμόδιους φορείς για πρόσληψη νέου προσωπικού τίποτα, που θα έθετε τέλος σε τα παραπάνω προβλήματα μας και παρά τις υποσχέσεις τους μέχρι και σήμερα δεν πραγματοποιήθηκε.

Γι’ αυτό με την ιδιότητα του συνδικαλιστικού φορέα των εργαζομένων, που κατά τον καταστατικό του σκοπό οφείλει να φροντίζει για την βελτίωση των συνθηκών εργασίας του και να προσπαθεί για την πλήρη εφαρμογή των επιταγών του νόμου για την προστασία της υγείας του, ζητήσαμε και ζητάμε επανειλημμένα την εφαρμογή των επιταγών του νόμου, ζητώντας σας, μετά από κοινού διαβούλευση να ανευρεθεί μια λύση που θα δώσει τέρμα στην εξαθλίωσή μας και κατ’ επέκταση στην εξαθλίωση της ασφαλούς παροχής Υγείας στους ασθενείς μας, την οποία με τις ελλείψεις προσωπικού και με το υφιστάμενο κουρασμένο προσωπικό δεν μπορούμε να εγγυηθούμε πλέον.

Στο πλαίσιο λοιπόν της ανεύρεσης μια λύσης σε όλα τα παραπάνω προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος των νοσηλευτών σας έχουμε κατά καιρούς και επίμονα επισημάνει ΟΤΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΑΜΕΣΗ ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ Η  ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΚΛΙΝΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΛΙΝΙΚΩΝ, την οποία αρνείστε μέχρι και σήμερα, για άγνωστους λόγους, να εφαρμόσετε…

Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η επίκληση από εσάς εκτάκτων και επειγουσών αναγκών είναι καταχρηστική και παράνομη, καθόσον ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΕΔΩ ΚΑΙ 25 ΕΤΗ περίπου ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ αλλά αντίθετα πάγιες, που απαιτούν την άμεση και μόνιμη λύση τους.

Αν δεν ανευρεθεί μια λύση, Η ΟΠΟΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΕΜΑΣ, Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΕΣΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΔΗΘΕΝ ΕΚΤΑΚΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ είναι παράνομη  καταχρηστική και έτσι οποιαδήποτε εντολή σας για εφαρμογή του παρανόμου αυτού προγράμματος είναι προδήλως παράνομη και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, τα μέλη μας ΕΧΟΥΝΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΟΥΝΕ.

 

 

Για τους λόγους αυτούς

 

Και με την επιφύλαξη κάθε άλλου νομίμου δικαιώματός μας

 

Ζητάμε

 

1.Να χορηγηθούν άμεσα τα οφειλόμενα μέχρι και σήμερα ρεπό όλων των εργαζομένων

  1. Να χορηγείτε απαρέγκλιτα την καθιερωμένη εβδομαδιαία ημερήσια ανάπαυση .

 

Σας ενημερώνω δε

 

Ότι τα μέλη μας δεν προτίθενται να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν παράνομα και καταχρηστικά προγράμματα εργασίας  που αντιβαίνουν σε όλες τις παραπάνω διατάξεις νόμου αλλά και σε κοινοτικές Οδηγίες.

Στην περίπτωση δε, που ΠΑΡΕΡΧΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ενός (1) ΜΗΝΑ από την κοινοποίηση της παρούσας μας εξακολουθείτε να μη δίνετε λύση σε όλα τα παραπάνω προβλήματα μας, τα μέλη μας  δυστυχώς θ΄αναγκαστούν ΑΜΕΣΑ, όπως έχουν το δικαίωμα,  να μην εκτελούν το παραπάνω παράνομο και καταχρηστικό πρόγραμμα και θα προβούμε όλοι μαζί σε περαιτέρω κινητοποιήσεις, διαβήματα και κάθε άλλες νόμιμες ενέργειες μας, εξώδικες και δικαστικές.

 

 

Το Δ.Σ του Συλλόγου

 

Η Πρόεδρος                           Τα μέλη                                   Η Γενική Γραμματέας

 

Μιχαλίτσα Τσαμπουνιάρη       Ελένη Αγγέλη                             Μαρία Σαρικά

Δήμητρα Χαλκίδου

Μαρία Μαστοράκη

Σταύρος Στέργαρος

Μιχάλης Κωτικώστας

 

 

Η πληρεξούσια δικηγόρος

 

Μαρία Δ. Μητσού

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.