Ο Βασίλης είναι από τα μέρη μου. Βάστα Μεγαλουπόλεως. Ξέρεις, εκείνο το χωριουδάκι που έχει το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας που πάνω στην σκέπη της έχουν πλέξει τις ρίζες τους δεκαεπτά αιωνόβια δέντρα. Αρκάς δηλαδή. Από το χωριό της Μπεττούλας μου. Με την αλήθεια και την ψυχή των Πελοποννησίων.

Τον (παρ)ακολουθώ από την πρώτη-πρώτη εφηβεία μου. Τότε που στην Λούτσα ο κυρ-Διονύσης έστελνε την γυναίκα του για να μου ζητήσει να χαμηλώσω την ένταση του κασετόφωνου. Κι εγώ από την μια ντρεπόμουν που ενοχλούσα και από την άλλη ξεχνούσα στην επόμενη ώρα την παρατήρηση.

Μεγάλωσα μαζί του με τον Γιόχαν, τον Τσε, τον Γουϊλλυ, τον Κουρσάρο, το «Κρύψου» στους μεγάλους εφηβικούς μου έρωτες, τους αγνούς και τους κρυφούς, με καυγάδες για πάρτη του με τον πατέρα μου για να τον ακολουθήσω σε όλες τις συναυλίες του. Σημείο αναφοράς στην ροκιά μου, τον θυμό μου, την νοσταλγία και την λύπη μου. Στη χαρά και τον προβληματισμό μου. Στην έλλειψη και στην πληρότητά μου.

Δεν ήταν οι μουσικές που είχαν τραγούδια του, ούτε και όλοι οι στίχοι που είπε, αλλά η ερμηνεία του αυτό που με έκανε να αποκόπτομαι από τα λοιπά για να τον ακούω προσεκτικά. Να ντύνομαι τον λυγμό και το κρυμμένο συναίσθημα. Είναι η ερμηνεία του που τον τοποθετεί στην κορυφή των ερμηνευτών της ελληνικής μουσικής σκηνής. Τότε ενθουσιαζόμουν από αυτό που ήθελε η εφηβεία μου, αλλά τώρα πια τον σέβομαι βαθύτατα γιατί ό,τι και να τραγουδήσει του δίνει ψυχή, προσωπικότητα, το καθιστά ως αυτόνομη μουσική παρουσία στα ακούσματά μου.

Σήμερα ο Βασίλης στα εξήντα πέντε του με συγκινεί απείρως περισσότερο απ’ό,τι τότε. Τώρα ξέρω ότι ερμηνευτές με το συναίσθημα, την ισορροπία, την ευαισθησία την δική του δεν θα υπάρξουν σύντομα. Στην πραγματικότητα είναι αναντικατάστατος.

Αλλά με συγκινεί και με την απλότητά του. Την ευθύτητα, την άνεση, την ταπεινότητα του χορτάτου. Τον άνθρωπο τον χορτάτο μην τον φοβάσαι. Είναι ο ίδιος που μπαίνει σ’ένα ταπεινό αυτοκινητάκι, που μένει σ’ένα εξοχικό μικρό σπιτάκι, που σε ρωτά αν θέλεις να σου φτιάξει καφέ, ή να κουβαλήσει κάτι για να σε βοηθήσει στον κήπο.

Αυτός είναι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ένας θαυμάσιος ερμηνευτής και ένας χορτάτος άνθρωπος, που αξιώθηκε στα είκοσι του να ερμηνεύσει Λοΐζο, Θεοδωράκη και αργότερα Τσιτσάνη, Ζαμπέτα και Μικρούτσικο. Είναι ο άνθρωπος που στην εφηβεία μου πήγαινα στις συναυλίες του απανωτά και μετά από χρόνια, όταν τον ξανασυνάντησα σε συναυλία δάκρυσα χωρίς να το περιμένω διακρίνοντας ότι η μεγάλη του μύτη είχε γίνει ακόμα πιο μεγάλη. Ήταν ο ίδιος ο Βασίλης με την ίδια φωνή, την απίθανη προθυμία να πει το «Πόρτο Ρίκο» κι ας το’χει εκτός προγράμματος. Δεν υπάρχει άνθρωπος, δεν υπάρχει έλληνας που δεν έχει στο δικό του πρόγραμμα τον Βασίλη, που δεν έχει σιγοτραγουδήσει κάτι από το αστείρευτο ρεπερτόριό του. Που είτε έτσι, είτε αλλιώς, είτε μπαλάντα, είτε άγρια ροκιά πλέει στο συναίσθημα. Σαν το δικό μου, αμετανόητα συναισθηματική, γιατί έτσι γουστάρω και έτσι θέλω κιόλας. Γιατί με αυτό το καύσιμο έμαθα να πορεύομαι από τότε που τυχαία με «βρήκα» στα τραγούδια του Βασίλη. Που τριάντα τόσα χρόνια μετά, με βρίσκω ακόμα όχι τυχαία, αλλά από θέση και άποψη.

Δεν ξέρω ποιο τραγούδι να επιλέξω για να συνοδεύσω το κείμενο τούτο για τούτον τον τύπο με την μεγάλη μύτη από την Βάστα Αρκαδίας. Διάλεξε εσύ να βάλεις μουσική. Από την «Βικτώρια» και την «Πρέβεζα» μέχρι το «Σ’αγαπάω να προσέχεις» και το «Βράδυ Σαββάτου». Τούτο το κείμενο θα το κλείσω με αυτό που ακολουθεί…

Γιατί το καύσιμό μου, ακόμα και στη λογική μου είναι μόνο το συναίσθημα.

Τελεία και παύλα!

* Ο τίτλος του κειμένου δανεισμένος από τραγούδι του Νικόλα Άσιμου.

– See more at: http://www.iporta.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.