ΑΡΕΤΟΥΣΑ 4Μέσα από την κρητική λογοτεχνία και το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου «Ερωτόκριτος», δημιουργήθηκε στην πλατεία Κορνάρου στο Ηράκλειο της Κρήτης, το γλυπτό του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Ο Ερωτόκριτος έφιππος, με το άλογό του να έχει τρία πρόσωπα και ο ίδιος δύο, αποχαιρετά την αγαπημένη του, την Αρετούσα.

Ο κρητικός καλλιτέχνης Βιτσέντζος Κορνάρος (1553-1613), εκπροσώπησε την κρητική αναγέννηση και το πιο γνωστό του έργο είναι αυτό του «Ερωτόκριτου», που περιγράφει τον έρωτα που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Διαχρονικά το ποίημα εμφανίζεται ως αντίστοιχο αυτού του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτα».

ΑΡΕΤΟΥΣΑ 3Το πανέμορφο γλυπτό, με τα πολλά κεφάλια, αντιπροσωπεύει την κίνηση που υπάρχει στον αποχαιρετισμό των δύο αυτών ανθρώπων.

Το έργο «Ερωτόκριτος» είναι έμμετρη μυθιστορία που αποτελείται από 10.012 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στην Κρητική διάλεκτο. Κλασικό, αλλά και δημοφιλή έργο, που έχει μελοποιηθεί και έχει αναπαραχθεί από τον γνωστό κρητικό καλλιτέχνη Νίκο Ξυλούρη.

 ΑΡΕΤΟΥΣΑ 5 ΑΡΕΤΟΥΣΑ 2

Ακολουθούν η συνάντηση του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας και οι στίχοι του τραγουδιού «Ερωτόκριτος», από τον αποχαιρετισμό:

 

Η συνάντηση του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας

Ἐφανερῶσαν το κοἱ δυὸ πὼς εἶναι ἐκεῖ σωσμένοι
κι ἀπόκει στέκου σὰ βουβοὶ κ γλώσσα τως σωπαίνει.
Ἤτρεμ’ ἐκείνη σ’ μιὰ μεριὰ κ’ ἐκεῖνος εἰς τὴν ἄλλη
κι ὁ γεῖς τὸν ἄλλο ἐνίμενε τὴν ἐμιλιὰ νὰ βγάλη˙
μιὰν ὥρα ἐστέκα ἀμίλητοι καὶ τὰ πολλὰ ὁποὺ χώνα
ἐχάσαν τα, σοῦ φαίνεται, τὴν ὥρα ποὺ ἐσιμῶνα.
Δὲν εἶχαν τὴν ἀποκοτιὰ στὰ θέλου νὰ μιλήσου,
δὲν ξεύρουν ἀπὸ ποιὰ μεριὰ τὰ πάθη τως ν’ ἀρχίσου.
Ὡσὰ λαήνι ὁποὺ γενῆ πολλὰ πλατὺ στὸν πάτο
κ’ εἰς τὸ λαιμὸ πολλὰ στενὸ κ’ εἶναι νερὸ γεμάτο,
κι ὅποιος θελήση καὶ βαλθῆ ὄξω νερὸ νὰ χύση
καὶ τὸ λαήνι μὲ τὴ βιὰ πρὸς χάμαι νὰ γυρίση,
μέσα κρατίζει τὸ νερὸ κι ἀπ’ ὄξω δὲν τὸ βγάνει
κι ὅσο τὸ γέρνει τόσο πλιὰ μόνο τὸν κόπο χάνει,
ἐδέτσι ἐμοιάσασι κι αὐτοὶ κ’ ἦσα γεμάτοι πάθη,
ἡ ἀποκοτιὰ τως νὰ τὰ ποῦν, ὡς ἐσιμῶσα, ἐχάθη
καὶ θέλοντας νὰ ποῦν πολλὰ, τὰ λίγα δὲ μποροῦσι˙
τὸ στόμα τως ἐσώπαινε, μὲ τὴν καρδιὰ μιλοῦσι.

Το τραγούδι ο «Ερωτόκριτος»

ΑΡΕΤΟΥΣΑ 1Τ άκουσες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
ο Kύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;

Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου ‘δωκε ν’ ανιμένω,
κι αποκεί να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.

Kαι πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο

Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,
Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.

Kι ουδέ μπορείς ν’ αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.

“Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ’ εκείνη θέλω μόνο,
και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.

Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,

ν’ αναδακρυώσεις και να πεις· “Pωτόκριτε καημένε,
τά σου’ταξα λησμόνησα, τό’θελες πλιό δεν έναι

Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
λόγιασε τά’παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.

Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν (ζωγραφιά), που’βρες στ’ αρμάρι μέσα,
και τα τραγούδια, που’λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα’,

και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ’ εμένα,
που μ’ εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.

Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ μου,
μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ’ ήσβησέ μου.

Leave a Reply

Your email address will not be published.