Από το ΟΧΙ στο ΝΑΙ: Μια πρώτη αποτίμηση

Στις 5 Ιουλίου ο ελληνικός λαός με το συντριπτικό ποσοστό του 61,3% απέρριψε το τελεσίγραφο λιτότητας των εταίρων – δανειστών της χώρας, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση. Μία εβδομάδα μετά, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας, μέσα από μια διαπραγμάτευση – θρίλερ, με αλλεπάλληλες διαφωνίες, διακοπές συνεδριάσεων και έντονο παρασκήνιο, συμφωνεί σε ένα τριετές σχέδιο μνημονιακού τύπου, το οποίο μας άφησε όλους μουδιασμένους. Στη συνέχεια, κατά την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή για τα πρώτα μέτρα, 39 κυβερνητικοί βουλευτές αρνούνται τη συμφωνία. Ήδη είναι γεγονός ο πρώτος ανασχηματισμός της κυβέρνησης. Και τώρα τι; Μια πρώτη ψύχραιμη ερμηνεία των γεγονότων ίσως μας οδηγήσει στο σωστό επόμενο βήμα.

Η ίδια η πορεία των γεγονότων αποδεικνύει πως οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο πολύ πριν φτάσουμε στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου. Η κυβέρνηση διεκδικούσε επίμονα μια οριστική λύση για το χρέος και ένα ουσιώδες αναπτυξιακό πακέτο, σε αντιστάθμισμα της οικονομικής καταστροφής της μνημονιακής 5ετίας. Στόχος να μπορέσουν να υλοποιηθούν οι αναγκαίες διορθώσεις στη στρεβλή οικονομία της χώρας και να επανέλθει το κοινωνικό κράτος σε μια κανονικότητα. Ωστόσο η συμφωνία δεν ερχόταν όσο και αν εξαντλούσε τα διαπραγματευτικά της χαρτιά η κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή η επονομαζόμενη «Τρόικα Εσωτερικού» έκανε τα πάντα για να υποσκάψει την εθνική προσπάθεια, υπηρετώντας το σχέδιο της «Αριστερής Παρένθεσης».

Ως αποτέλεσμα, φτάσαμε στο εκβιαστικό τελεσίγραφο – συμφωνία (γνωστό και ως πρόταση Γιούνκερ), το οποίο ανάγκασε τον Πρωθυπουργό να απευθυνθεί στον μόνο που θα μπορούσε να του δώσει δύναμη: τον ελληνικό λαό. Τρόμος, εκβιασμοί, κλειστές τράπεζες, φήμες για κούρεμα καταθέσεων, συνέθεσαν ένα σκηνικό που μόνο δημοκρατικό δεν ήταν.

Και ο λαός μίλησε: 61,3% ΟΧΙ στην αδιέξοδη λιτότητα, και πλέον με αυτό στις βαλίτσες του, ο Πρωθυπουργός πήγε στις Βρυξέλλες για την τελική διαπραγμάτευση. Το αποτέλεσμα είναι ένα τριετές μνημονιακό πρόγραμμα όπου πρακτικά ζητείται να εφαρμοστεί ό,τι περιείχε η λεγόμενη πρόταση Γιούνκερ, με επιπλέον πρόβλεψη για 86 δις € δάνειο, 35 δις € αναπτυξιακή χρηματοδότηση, και μια ουσιαστική δέσμευση για αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας. «Κερασάκι στην τούρτα» η ίδρυση ενός νέου είδους ΤΑΙΠΕΔ, στο οποίο χάριν εγγυήσεων θα περιέλθει δημόσια περιουσία για αξιοποίηση έως 50 δις € για 30 χρόνια. Τελικά, ο  αντιμνημονιακός Τσίπρας υπέγραψε μνημόνιο;

Η απάντηση κρύβεται στο γεγονός πως είμαστε πλέον άρρηκτο μέρος του λεγόμενου ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η οικονομική και νομισματική ενοποίηση της Ευρώπης, θέτει ταυτόχρονα δυνατότητες αλλά και περιορισμούς, έχοντας κυρίαρχο παράγοντα το ενιαίο τραπεζικό σύστημα. Αυτό είναι και το κλειδί αποκωδικοποίησης της απόφασης Τσίπρα.

Οι επιλογές που είχε μπροστά του ο Πρωθυπουργός την Κυριακή 12 Ιουλίου ήταν οριστική συμφωνία ή οριστική ρήξη. Αν έφευγε από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς συμφωνία, θα ήμασταν σίγουρα υπερήφανοι για το ΟΧΙ. Άμεσα όμως, οι πιστωτές θα ενεργοποιούσαν τις ρήτρες απαίτησης αποπληρωμής των υπαρχόντων δανείων της χώρας και των τραπεζών. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι τα περίπου 120 δις € καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες θα κατάσχονταν στο 100% από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ταυτόχρονα θα ήταν άμεσα απαιτητά το σύνολο των ενυπόθηκων τραπεζικών δανείων, και τότε θα κατέρρεε η χώρα. Δυστυχώς, αυτό σημαίνει άτακτη χρεοκοπία μέσα στην Ευρωζώνη, και με αυτό εκβιαζόταν ουσιαστικά ο Πρωθυπουργός. Έτσι, εξαντλήθηκαν πραγματικά τα περιθώρια διαπραγμάτευσης από την κυβέρνηση. Μπορεί κανείς να την κατηγορήσει για λάθη, απειρία και παραλείψεις, αλλά όλοι της αναγνωρίζουν το σθένος και την επιμονή διαπραγμάτευσης για το καλύτερο δυνατό μέχρι κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.

Με αυτό ως δεδομένο, η συμφωνία – μνημόνιο ήταν αναγκαίο κακό για την κυβέρνηση Τσίπρα. Μπορεί να μην αρέσει σε κανένα μας, ειδικά σε όσους τοποθετούμαστε πολιτικά στο χώρο της Αριστεράς, αλλά αυτή τη φορά όντως δεν υπήρχε άλλη, καλύτερη  επιλογή. Αυτό αναλογίστηκαν οι 110 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και οι 13 των ΑΝΕΛ, οι οποίοι ψήφισαν ΝΑΙ στις 15 Ιουλίου. Δυστυχώς, 39 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ προέταξαν την ιδεολογία τους και ψήφισαν ΟΧΙ, στη μοναδική συμφωνία που μπορεί να κρατήσει όρθια τη χώρα σήμερα. Ίσως όταν αναγνώσουν ψύχραιμα τα γεγονότα να συνειδητοποιήσουν και αυτοί το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθαμε ως χώρα και ως κοινωνία, και στην επόμενη ψηφοφορία της 22ας Ιουλίου αλλάξουν στάση. Άλλωστε, στηρίζουν όπως λένε την κυβέρνηση, αν και αυτό είναι απόλυτα αντιφατικό.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να καταλήξουμε στην παραδοχή ότι, σήμερα τουλάχιστον, για την Ελλάδα η Ευρώπη σημαίνει Μνημόνια. Εάν το αποδεχόμαστε, τότε καλούμαστε όλοι να εργαστούμε μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο για το καλύτερο. Αν όχι, τότε η κουβέντα για μια συντεταγμένη έξοδο είναι αναγκαία προϋπόθεση και ο σχεδιασμός μιας αντίστοιχης, πλήρως τεκμηριωμένης, πρότασης είναι υποχρεωτικός για τον καθένα που την ευαγγελίζεται. Αυτό όμως προϋποθέτει χρόνο, ο οποίος προφανώς θα είναι υπό μνημονιακό ζυγό. Μάλιστα, μια τέτοια πρόταση ίσως είναι απαραίτητο να γίνει από την υπάρχουσα κυβέρνηση ως εναλλακτική σε πιθανό μελλοντικό αδιέξοδο. Ίσως αυτός θα έπρεπε να είναι και ο ρόλος των σημερινών διαφωνούντων εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Κανείς δεν μπορεί πλέον να αποκλείσει επανάληψη του σκηνικού που βιώνουμε σήμερα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο στοίχημα, αυτό της διατήρησης της ενότητάς του. Όσο δύσκολο και αν φαίνεται, η συνειδητοποίηση του τέλματος στο οποίο βρισκόμαστε ως κοινωνία, επιβάλλει στο χώρο αυτό να στηρίξει την υπάρχουσα κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα. Είναι ο μόνος πολιτικός χώρος σήμερα ο οποίος, δημοκρατικά και συλλογικά, μέσω των ανοιχτών στην κοινωνία εσωκομματικών διαδικασιών του, μπορεί να παραγάγει ένα νέο πολιτικό πλάνο εξόδου από την κρίση λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα. Και πρέπει να το κάνει, καθώς έτσι θα μπορέσει η κυβέρνηση αυτή να σταθεί όρθια και να καταπολεμήσει, μέσα στο σφικτό πλαίσιο της συμφωνίας, τα γνωστά σε όλους μας προβλήματα τα οποία έφεραν τη χώρα σε αυτή την κατάσταση.

Η κυβέρνηση είναι αντιμέτωπη με τη μέγιστη πολιτική πρόκληση που θα μπορούσε να βιώσει. Να διαχειριστεί όσο το δυνατόν καλύτερα τη νέα συμφωνία, αξιοποιώντας όλα τα μέσα που της παρέχει (αναδιάρθρωση χρέους, αναπτυξιακό πακέτο, δάνειο μεγαλύτερο από τις δανειακές ανάγκες της χώρας) και να φέρει τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την αξιοκρατία σε πρώτο πλάνο. Και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά με τα προηγούμενα μνημόνια, καθώς η νέα συμφωνία παρέχει τη δυνατότητα για ανάπτυξη μέσα στην Ευρωζώνη. Με απλά λόγια, είναι η μόνη κυβέρνηση των τελευταίων ετών που έχει τα εχέγγυα για να δουλέψει και να παράγει έργο.

Αυτή η ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση σίγουρα έχει αλλάξει το διεθνές πολιτικό στερέωμα. Πολύ πιθανό να αποτελεί την παρακαταθήκη για μια ριζική αλλαγή στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα, όσο μικρή και αν λογίζεται από κάποιους, για άλλη μια φορά ταράζει τα νερά και βάζει το σύνολο της Ευρώπης σε ένα σταυροδρόμι. Με την επικείμενη αλλαγή και άλλων κυβερνήσεων ανά την Ευρωζώνη ίσως μπορέσουμε ως χώρα να σταθούμε καλύτερα διαπραγματευτικά στο μέλλον.

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα είναι αναγκαίο να στηριχτεί και να αντέξει. Και πρέπει να γίνει αυτό από ολόκληρο τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς μόνο έτσι θα είναι σε θέση να συγκρουστεί ανοιχτά με όλα τα μεγάλα συμφέροντα εντός και εκτός της χώρας που δημιούργησαν την κατάσταση από την οποία ακόμα ψάχνουμε την έξοδο…

Αντώνης Αποστολίδης

Μέλος του Συντονιστικού της Νομαρχιακής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ν. Δωδεκανήσου

Leave a Reply

Your email address will not be published.