Του Βασίλη Γεώργα

Ανοιχτό το ενδεχόμενο να πουληθούν τελικά και κόκκινα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια νοικοκυριών καθώς και μικρών επιχειρήσεων σε ξένα funds, άφησε για πρώτη φορά ο υπουργός Ανάπτυξης Γιώργος Σταθάκης ο οποίος το προηγούμενο διάστημα είχε ήδη πει ότι το νέο πλαίσιο θα κινείται ούτως ή άλλως προς την κατεύθυνση της ενεργητικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων.

Παρότι η κυβέρνηση έχει υποστηρίξει σε όλους τους τόνους ότι καταβάλλει προσπάθειες στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές προκειμένου να αποκλειστεί η μέθοδος πώλησης κόκκινων δανείων για τα νοικοκυριά (σ.σ αποτελούν το 35% των κόκκινων δανείων), εντούτοις σήμερα δεν απέκλεισε με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο αυτό το ενδεχόμενο, λέγοντας πως το ζήτημα είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους Θεσμούς.

Ο ίδιος διευκρίνισε πως δεν υπάρχει προγραμματισμός για κατάθεση νόμου σχετικού με τη διαχείριση των κόκκινων δανείων για το τέλος Οκτωβρίου, αλλά θα υπάρξει νομοσχέδιο όταν ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση με τους Θεσμούς.

Εξάλλου, με ανακοίνωσή του ο Γ. Σταθάκης προέβη σε κατηγορηματική διάψευση οποιαδήποτε αναφοράς του αποδίδεται σχετικά με συμφωνία για τον χειρισμό των “κόκκινων δανείων”.

Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, “σε συνέντευξη Τύπου που προηγήθηκε, ο Υπουργός διέψευσε ότι θα υπάρξει νομοθετική ρύθμιση εντός του μήνα και παρέπεμψε στην πάγια θέση ότι το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς”.

Το άνοιγμα της θύρας προς την “ενεργητική διαχείριση” των μη εξυπηρετούμενων δανείων τόσο για τα φυσικά πρόσωπα όσο και για τις επιχειρήσεις, έρχεται σε μια περίοδο που προετοιμάζεται η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και στο παρασκήνιο έχει φουντώσει η συζήτηση για το “ιδανικό μοντέλο” ώστε οι τράπεζες να απαλλαγούν σε σύντομο χρονικό διάστημα από το τεράστιο βάρος των μη εξυπηρετούμενων και καθυστερούμενων δανείων τα οποία φτάνουν πλέον τα 100 δισ. ευρώ ή το 50% του συνόλου των χορηγήσεων. Από το με το μοντέλο που τελικά θα υιοθετηθεί, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και ο προσδιορισμός των τελικών κεφαλαιακών αναγκών των συστημικών τραπεζών και το ύψος των αυξήσεων κεφαλαίου που θα διενεργηθούν.

Ήδη η Τράπεζα της Ελλάδας και το ΤΧΣ έχουν δεσμευτεί με βάση το κείμενο του μνημονίου να εντοπίσουν όλα εκείνα τα εμπόδια του θεσμικού πλαισίου ώστε να αναπτυχθεί “μια δυναμική αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων”.

Με το μοντέλο της Bad Bank ή του δημόσιου ή ιδιωτικού οχήματος ειδικού σκοπού να έχει –προσωρινά;- αποκλειστεί και τη συζήτηση σε ότι αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια που αποτελούν και το σημαντικότερο πρόβλημα για τις τράπεζες, να περιστρέφεται γύρω από τη ανά τράπεζα διαχείριση του προβλήματος σε συνεργασία με ξένες εταιρείες διαχείρισης, όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες ώστε να πείσει τους δανειστές πως τα στεγαστικά και μικρο-εταιρικά δάνεια είναι σκόπιμο να αποκλειστούν από την δυνατότητα “ενεργητικής διαχείρισής” τους, ήτοι ακόμη και της δυνατότητας να πωλούνται σε χαμηλές τιμές σε ξένα χαρτοφυλάκια.

Μέχρι σήμερα η κυβέρνηση κινείται προς την κατεύθυνση της διαχείρισης αυτού του τύπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων βασιζόμενη στις αλλαγές που έγιναν στο Νόμο Κατσέλη (σ.σ καλύπτει πλέον και οφειλές προς το δημόσιο ενώ προβλέπεται επιτάχυνση των δικών κ.α), στον νόμο Δένδια (ν.4307) που δίνει τη δυνατότητα ρύθμισης ή διαγραφής οφειλών έως 500.000 ευρώ ανά τράπεζα για μικρομεσαίους και ελεύθερους επαγγελματίες, και στις δυνατότητες ρυθμίσεων που δίνει ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΤτΕ, ο οποίος τελεί υπό αναθεώρηση.

Στον αντίποδα, για τα επιχειρηματικά δάνεια το τοπίο έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει καθώς είναι σαφές ότι η κυβέρνηση έχει αποδεχτεί την ενεργητική τους διαχείριση (πώληση δανείων, αναδιαρθρώσεις εταιρειών κλπ) με στόχο να εισπραχθούν το συντομότερο δυνατό χρήματα από τις τράπεζες.

Πρόσφατη μελέτη της ΤτΕ έδειξε ότι σε δείγμα 16.500 επιχειρήσεων με συνολικά τραπεζικά χρέη 98,5 δισ. ευρώ, περίπου 6.000 εμφανίζουν καθυστέρηση στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους, με το ύψος των καθυστερήσεων να προσεγγίζει τα 28,5 δισ. ευρώ. Όμως  το 1/3 των δανείων σε καθυστέρηση είναι συγκεντρωμένα σε περίπου 800 επιχειρήσεις οι οποίες οφείλουν περίπου 11 δισ. ευρώ στις τράπεζες. Τα μισά περίπου από τα δάνεια σε καθυστέρηση βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση για διάστημα άνω των 3 ετών, και εντοπίζονται  σε λίγους κλάδους, κυρίως στους κλάδους κατασκευών, χονδρικού και λιανικού εμπορίου, ξενοδοχείων, διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, έργων πολιτικού μηχανικού, βιομηχανίας τροφίμων, υγείας, κλωστοϋφαντουργίας κ.α

http://www.capital.gr/

Leave a Reply

Your email address will not be published.