Ένα γεγονός που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία καθώς με την άλωση κατέρρευσε μια αυτοκρατορία με ιστορία χιλίων και πλέον ετών – Τι συνέβη μέχρι να φτάσουμε στην άλωση

Η 29η Μαΐου δεν είναι μόνο μια αποφράδα μέρα για τον ελληνισμό. Είναι μια ημερομηνία σταθμός για την παγκόσμια ιστορία, καθώς με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, πέφτει στα χέρια των Τούρκων και καταρρέει, μια αυτοκρατορία, με ιστορία χιλίων και πλέον ετών.
Να ξεκινήσουμε όμως, με μια αναφορά σε κομβικά σημεία της βυζαντινής ιστορίας. Αφετηρία της είναι η άνοδος του Μέγα Κωνσταντίνου ως μονοκράτορας, στον θρόνο της αχανούς, τότε, ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (324) και η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η αποικία των Μεγαρέων, Βυζάντιο (330). Οι εργασίες για την οικοδόμηση της Πόλης ξεκίνησαν το 325 και στις 11 Μαΐου 330, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας. Τον όρο “βυζαντινός”, εισήγαγε για πρώτη φορά ο Γιούλιους Βολφ (1562) και τον καθιέρωσαν ο Φίλιπ Λαμπ (1648) και ο Δουκάγγιος (1680). Σιγά σιγά, η αυτοκρατορία αρχίζει να απομακρύνεται από τις ρωμαϊκές παραδόσεις. Η συνήθεια να στέφεται ο αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη, που επικράτησε από το 457, η καθιέρωση του χριστιανισμού ως μόνη επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, από τον Μέγα Θεοδόσιο (380) και η καθιέρωση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας από τον Ηράκλειο (610-641), δίνουν ένα ελληνοχριστιανικό χαρακτήρα στο Βυζάντιο. Παράλληλα, η στροφή προς τα ελληνικά γράμματα και η επίδραση του ελληνικού δικαίου οδηγούν σε ουσιαστικό εξελληνισμό της αυτοκρατορίας.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν κάτι μη αναμενόμενο, ούτε γεγονός οφειλόμενο στη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Μωάμεθ Β’. Ήταν, κυρίως, αποτέλεσμα της παρακμής, της διαφθοράς, της σήψης και των εσωτερικών έριδων που ταλάνισαν την αυτοκρατορία, κυρίως από τα τέλη του 12ου αιώνα.

Πρώτο μεγάλο χτύπημα ήταν η ήττα των Βυζαντινών με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ’ Διογένη στο Μαντζικέρτ (1071), από τους Σελτζούκους Τούρκους του Αλπ Αρσλάν. Η δυναστεία των Κομνηνών έδωσε στην αυτοκρατορία ένα μέρος της παλιάς της αίγλης. Όμως, η ήττα του Μανουήλ Α’ Κομνηνού στο Μυριοκέφαλο της Φρυγίας (1176) από τον στρατό του Κιλίτζ Αρσλάν, είχε σαν αποτέλεσμα η Μικρά Ασία, ουσιαστικά να παραδοθεί στους Τούρκους. Το τελειωτικό χτύπημα, έδωσε η κατάκτηση της Πόλης από τους Λατίνους σταυροφόρους το 1204. Η ανάκτησή της (1261), από τον Μιχαήλ Η’, σηματοδότησε την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Παλαιολόγων. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος ήταν ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας.

Η τελευταία πολιορκία – Οι γενναίοι υπερασπιστές – Ο Γενουάτης Ιουστινιάνης

Για την άλωση της Κωνσταντινούπολης έχουν γραφτεί πολλά. Υπήρχαν ακόμα και αυτόπτες μάρτυρες που περιγράφουν τα γεγονότα. Η εξιστόρησή τους όμως, πολλές φορές, είναι διαφορετική από τον ένα συγγραφέα στον άλλον. Θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε την ιστορική αλήθεια, όσο αυτό είναι βέβαια εφικτό.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι επιχείρησαν να κυριεύσουν την Πόλη. Προσπάθησαν ο Βογιατζήτ (1391-1898) και ο Μουράτ Β’ (1422), χωρίς επιτυχία. Το 1451, ο Μουράτ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Μωάμεθ Β’. Το 1448, είχε ανέβει στον θρόνο του Βυζαντίου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, διαδεχόμενος τον αδελφό του Ιωάννη Η’. Εκείνη την εποχή, το βυζαντινό κράτος είχε συρρικνωθεί δραματικά. Το αποτελούσαν, ουσιαστικά, η Κωνσταντινούπολη, προς το νότο, η Σηλυβρία, η Πέρινθος και ο πύργος των Επιβατών και προς τον βορρά, η Μεσημβρία, η Αγχίαλος και ο Βίζωνας. Ο Γαλατάς ήταν στα χέρια των Γενοβέζων, οι οποίοι όμως δεν ήταν ειλικρινείς σύμμαχοι. Μερικά μικρά νησιά του Αιγαίου και η Πελοπόννησος, παρόλο ότι θεωρούνταν ακόμα υπήκοοι του αυτοκράτορα, δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία απολύτως βοήθεια. Η Κωνσταντινούπολη είχε λιγότερους από 80.000 κατοίκους, ενώ άλλοτε αριθμούσε πάνω από 500.000. Το δημόσιο ταμείο είχε 50-60 χιλιάδες χρυσές (περ. 9.000 – 10.000 ευρώ), όταν στο παρελθόν συγκέντρωνε πάνω από 100.000.000 δραχμές (περ. 15 εκατομμύρια ευρώ). Ο δε στόλος του Βυζαντίου αριθμούσε μόλις 10 πλοία, όταν ο στόλος των Τούρκων ξεπερνούσε τα 150.

Όταν ο Κωνσταντίνος ανέθεσε στον στενό του συνεργάτη και ιστορικό της άλωσης Γεώργιο Σφραντζή, να καταγράψει τους άνδρες που μπορούσαν να πολεμήσουν, διαπιστώθηκε ότι αυτοί ήταν 4.973. Η βοήθεια που ζήτησε από τη χριστιανική Ευρώπη ο Κωνσταντίνος δεν ήταν η αναμενόμενη. Πέντε πλοία έστειλαν οι Βενετοί, ο πάπας Νικόλαος Ε’, που απέβλεπε στην υποταγή της ανατολικής στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, έστειλε… 50 άνδρες, που έγιναν 200, μετά από στρατολόγηση 150 καθολικών από τη Χίο. Σημαντικότερη όλων, ήταν η συμμετοχή του Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη. Έφθασε στην Κων/πολη στις 26 Ιανουαρίου 1453, με δύο πλοία και 700 άνδρες. Ο αυτοκράτορας, γνωρίζοντας την αξία του, τον υποδέχθηκε με ιδιαίτερες τιμές, του ανέθεσε την ανώτατη διοίκηση των στρατευμάτων και του υποσχέθηκε τη Λήμνο, σε περίπτωση που η Βασιλεύουσα σωζόταν. Από την άλλη πλευρά, ο Μωάμεθ είχε στη διάθεσή του περισσότερους από 150.000 άνδρες. Κάποιες μάλιστα πηγές, ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 400.000!

Παράλληλα, στο “στρατόπεδο” των Τούρκων, οι προετοιμασίες ήταν πυρετώδεις. Ο Μωάμεθ έκρινε αναγκαίο να κατασκευαστεί ένα ισχυρό φρούριο στην ευρωπαϊκή παραλία του Βοσπόρου. Αυτό ξεκίνησε να χτίζεται στις αρχές του 1452 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους, προκαλώντας ανησυχία στους Βυζαντινούς. Παράλληλα, με 50.000 άνδρες, στρατοπέδευσε μπροστά στην Πόλη, για να κατοπτεύσει τα τείχη, τους πύργους και τα άλλα οχυρώματα. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην, τότε, πρωτεύουσά του, Αδριανούπολη.

Εκεί, έφτασε ο Ούγγρος τεχνίτης Ουρβανός, που αυτομόλησε από τους Βυζαντινούς, πιθανότατα ελπίζοντας σε μεγαλύτερο μισθό και άλλα οφέλη. Ο σουλτάνος του ανέθεσε να κατασκευάσει ένα πυροβόλο, ικανό να γκρεμίσει τα τείχη της Κων/πολης. Πραγματικά, ο Ουρβανός κατασκεύασε ένα πυροβόλο που ζύγιζε 700 κιλά και η βολή του έφτανε το ένα μίλι. Ωστόσο, για να κινηθεί χρειαζόταν 60-70 ζευγάρια βοδιών και 650-2.000 άνδρες για να το χειριστούν.

Το θηριώδες αυτό πυροβόλο, μεταφέρθηκε μπροστά από τα τείχη της Πόλης. Ο Μωάμεθ, περιστοιχιζόμενος από 15.000 γενίτσαρους έστησε το στρατηγείο του στον λόφο που ονομάζεται σήμερα Μαλτεπέ. Στις 6 Απριλίου 1453, ξεκίνησε η πολιορκία. Το πυροβόλο των Τούρκων, που χρειαζόταν 2 ώρες για να γεμίσει, έδινε το σύνθημα για την έναρξη της επίθεσης. Όμως, οι προσδοκίες του Μωάμεθ διαψεύστηκαν, καθώς μετά από σύντομη χρήση, το πυροβόλο έσπασε, σκοτώνοντας τον Ουρβανό και πολλούς στρατιώτες. Άγνωστο, πάντως, με ποιον τρόπο, κατασκευάστηκε σύντομα, νέο, παρόμοιο και πιο εξελιγμένο πυροβόλο, που συνέβαλε αποφασιστικά στην άλωση της Κων/πολης.

Εν τω μεταξύ, ο Κωνσταντίνος, από τα τέλη του 1452, είχε δώσει εντολή να κλείσουν όλες οι πύλες της πρωτεύουσας. Στις 2 Απριλίου του 1453, έδωσε εντολή να κλείσει η είσοδος του Κεράτιου Κόλπου με την αλυσίδα που ήταν φτιαγμένη από στρογγυλούς ξύλινους όγκους, ενωμένους μεταξύ τους με παχιά σιδερένια κομμάτια και κρίκους.

Ως τις 20 Απριλίου, δεν είχε συμβεί κάποιο αξιοσημείωτο πολεμικό γεγονός. Εκείνη τη μέρα, ο ναύαρχος Φλαντανελάς, με 4 πλοία που μετέφεραν τρόφιμα στους πολιορκημένους, κατάφερε να καταναυμαχήσει τον τουρκικό στόλο που τον αποτελούσαν 145 πλοία και να εισέλθει πανηγυρικά στο λιμάνι της Κων/πολης, έχοντας ελάχιστες απώλειες. Από την άλλη μεριά, οι Τούρκοι είχαν εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες. Η επιτυχία αυτή του Φλαντανελά, προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού στους πολιορκημένους.

Ο Μωάμεθ όμως δεν πτοήθηκε. Με καθοδήγηση προδοτών Γενοβέζων της Κων/πολης, μετέφερε σε ένα βράδυ, της 21ης Απριλίου, τον στόλο του στον Κεράτιο Κόλπο από τη στεριά. Από τον ειδικά κατασκευασμένο δρόμο, σαν τον γνωστό από την αρχαιότητα δίολκο (για μετάβαση πλοίων από τον Σαρωνικό στον Κορινθιακό Κόλπο). Ανάλογη τακτική είχε χρησιμοποιήσει ο Βυζαντινός ναύαρχος Νικήτας Ωορύφας και ο Κρητικός Νικόλαος Σόρβολος, για λογαριασμό των Βενετών.

Οι πολιορκημένοι στην Πόλη, μόλις είδαν τον τουρκικό στόλο, απελπίστηκαν. Ήδη οι θρησκευτικές έριδες, η κούραση, αλλά και οι δεισιδαιμονίες κλόνιζαν το ηθικό τους. Μια αποτυχημένη προσπάθεια πυρπόλησης των τουρκικών πλοίων ενέτεινε την απογοήτευση. Να κάνουμε μια παρένθεση, και να αναφέρουμε μερικούς εξέχοντες υπερασπιστές της Κων/πολης, Δυτικούς στην καταγωγή. Κορυφαίος όλων, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης. Οι αδελφοί Βοζάρδοι, Παύλος, Αντώνιος και Τρωίλος. Ο Ενετός βάιλος Ιερώνυμος Μινότος. Ο Γερμανός μηχανικός Γκραντ, ο οποίος εξουδετέρωσε κάθε εχθρική προσπάθεια εισόδου στην Πόλη από λαγούμια, αναγκάζοντας τους Τούρκους να σταματήσουν αυτό τον… υπόγειο αγώνα. Ο Ισπανός Πέτρος ο Ιουλιανός, ο Ενετός Ιάκωβος Κονταρίνης. Ο Γενοβέζος Μαυρίκιος Καταναίος και ο Γαβριήλ Τρεβιζάνος. Ξεχωριστή περίπτωση, ο Οσμανίδης πρίγκιπας Ουρχάν, που ζούσε σαν πρόσφυγας στην αυλή του Κωνσταντίνου και πολέμησε γενναία εναντίον των Τούρκων!
Ας επανέλθουμε όμως στην πολιορκία. Στις 7 Μαΐου, έγινε η πρώτη ουσιαστική έφοδος των Τούρκων, με 30.000 άνδρες, που αποκρούστηκε. Στις 12 Μαΐου, 50.000 Τούρκοι επιτέθηκαν στο Έβδομο τείχος, αλλά αποκρούστηκαν. Στις 18-19 Μαΐου, ο ηλικιωμένος Βυζαντινός στρατηγός Θεόδωρος Καρυστινός, επικεφαλής της φρουράς στη Χαρσία Πύλη, κατόρθωσε με τους άντρες του, να καταστρέψει διάφορα οχυρά που είχαν ορθώσει μπροστά της οι Τούρκοι. Κάποιες σπασμωδικές ενέργειες του στόλου των Τούρκων, δεν είχαν αποτέλεσμα. Στις 26 Μαΐου, ο Μωάμεθ αποφάσισε η επόμενη έφοδος να γίνει στις 29 Μαΐου. Ήδη είχαν προκληθεί σημαντικές ζημιές στα τείχη της Πόλης. Οι υπερασπιστές της είχαν αρχίσει να κουράζονται.
Στη διάρκεια μιας λιτανείας, μεταξύ 22 και 26 Μαΐου, η μεγάλη εικόνα της Παναγίας έπεσε από τα χέρια αυτών που την κρατούσαν και κύλησε στη λάσπη. Αυτό θεωρήθηκε κακός οιωνός. Όπως και μια δυνατή βροχή που ακολούθησε και συνοδεύτηκε από καταχνιά και απόλυτο σκοτάδι. Λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου 1453, ξεκίνησε η επίθεση. Έγιναν τρεις έφοδοι εναντίον των τειχών. Οι υπερασπιστές της Πόλης τις απέκρουσαν. Σ’ αυτό, σημαντική ήταν η συνεισφορά των Νικηφόρου Παλαιολόγου και Δημητρίου Καντακουζηνού. Φαινόταν ότι πάλι η τουρκική επίθεση είχε αποτύχει.

Ωστόσο, ένα βέλος τραυμάτισε τον Ιουστινιάνη που μεγαλούργησε στη διάρκεια της πολιορκίας. Αυτός έφυγε για να δέσει την πληγή του. Για πολλά χρόνια, οι ιστορικοί τον κατηγορούσαν ως λιποτάκτη, καθώς έγραφαν ότι η πληγή του ήταν εύκολο να γιατρευτεί. Η αποχώρηση του Ιουστινιάνη προκάλεσε σύγχυση και αμηχανία στους υπερασπιστές της Πόλης. Οι επιθέσεις των Τούρκων συνεχίζονταν και παράλληλα, μια μικρή πύλη στο κατώτερο τμήμα των ανακτόρων του Εβδόμου, η Κερκόπορτα, το πρωί της εφόδου είχε ξεχαστεί ανοιχτή. Τυχαία την ανακάλυψαν μερικοί Τούρκοι και από εκεί άρχισε η μαζική είσοδος στην Πόλη. Το τι ακολούθησε είναι λίγο πολύ γνωστό. Ο Κωνσταντίνος, σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, πληγώθηκε στο πρόσωπο και στη συνέχεια δέχθηκε χτυπήματα και στο πίσω μέρος του σώματός του, πέφτοντας νεκρός. Για τρεις μέρες, σύμφωνα με την υπόσχεση του Μωάμεθ, χιλιάδες αφιονισμένοι Τούρκοι, σκότωναν, λεηλατούσαν, βίαζαν και κατέστρεφαν…
Ο γενναίος Ιουστινιάνης, κατέφυγε στον Γαλατά και στη συνέχεια στη Χίο, όπου και πέθανε από γάγγραινα μετά από δυο μήνες. Όπως γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, δεν προκάλεσε την άλωση της Πόλης η αποχώρηση του Ιουστινιάνη, ήταν όμως καθοριστικής σημασίας. Και ο μαρξιστής, αλλά ακριβοδίκαιος, Γιάννης Κορδάτος γράφει ότι αν ο Παλαιολόγος είχε 20.000-30.000 πολεμιστές, η Πόλη δεν θα έπεφτε ποτέ.

Σημαντικότατο ρόλο έπαιξε και η θρησκευτική διαμάχη που αποδίδει στον Λουκά Νοταρά  ο Δούκας: “Καλύτερα είναι να δούμε να βασιλεύει τουρκικό φακιόλι, παρά λατινική καλύπτρα”. Επίσης, η άρνηση του Νοταρά να στείλει κανόνια στον Ιουστινιάνη, οδήγησε τον τελευταίο να πει: “Ε, προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί να σε σφάξω μ’ αυτό το μαχαίρι”.

Η απόλυτη αλήθεια για το τι έγινε, μάλλον δεν θα μαθευτεί ποτέ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι από τις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη, η οποία στο παρελθόν είχε αντέξει πολυάριθμες πολιορκίες, βρίσκεται σε τουρκικά χέρια. Και μένουν μόνο θρύλοι, μύχιοι πόθοι και κούφιες ελπίδες, να διατρανώνουν την πίστη ότι η σημαία με τον δικέφαλο αετό θα κυματίζει πάλι περήφανα στην Πόλη…

Διαβάστε το θέμα εδώ

Leave a Reply

Your email address will not be published.