ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΜΑΣΤΟΥ : Η ΠΡΟΛΗΨΗ  ΣΩΖΕΙ ΖΩΕΣ

Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συνηθέστερη κακοήθη νόσο του γυναικείου φύλου (22% όλων των καρκίνων)  και τη δεύτερη μετά τον καρκίνο του πνεύμονα συχνότερη αιτία θανάτου στο θήλυ πληθυσμό (15% όλων των θανάτων από καρκίνο). Κάθε χρόνο στον κόσμο έχουμε 1 εκατομμύριο νέα περιστατικά, με 200.000 περιστατικά στις Η.Π.Α. και 320.000 στην Ευρώπη.

   Γράφει η Δρ. Ειρήνη Αγγελίδου – Χαιρέτη

Μαιευτήρας Χειρουργός Γυναικολόγος – Ογκολόγος / Ειδικός Μαστολόγος

Επιστημονική Διευθύντρια του Κέντρου Μαστού Euromedica Γενική Κλινική Δωδεκανήσου / Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Τ. Επιμελήτρια Προπαιδευτικής  Πανεπιστημιακής Κλινικής Δρέσδης Γερμανίας και υπεύθυνη του Κέντρου Μαστού


H American cancer society αναφέρει ότι 1 στις 8 γυναίκες θα αναπτύξει καρκίνο του μαστού στη διάρκεια της ζωής της. Τις τελευταίες 2 δεκαετίες η ετήσια επίπτωση του καρκίνου του μαστού αυξάνεται συνεχώς, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Robert Koch της Γερμανίας κατά 50% στην εικοσαετία. 1 στις 4 γυναίκες που νοσούν είναι μικρότερες των 55 ετών και 1 στις 10 κάτω των 45 ετών. Παρόλα αυτά τα τελευταία 15 έτη η θνητότητα μειώνεται κατά 2,3% το χρόνο εξαιτίας της βελτίωσης της δευτερογενούς πρόληψης και των αποτελεσματικότερων θεραπευτικών μέσων.

Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη του καρκίνου του μαστού, που δεν μπορούν να τροποποιηθούν αποτελούν: η αύξηση της ηλικίας, η γενετική-οικογενής  προδιάθεση, η λευκή φυλή, το ατομικό αναμνηστικό με υπερπλαστικές αλλοιώσεις του μαστού, ο προηγηθείς καρκίνος ( καρκίνωμα του αντίπλευρου μαστού, των ωοθηκών, του ενδομητρίου του, εντέρου), η αυξημένη πυκνότητα του μαζικού αδένα, η προηγηθείσα ακτινοθεραπεία στην περιοχή του θώρακα, η πρώιμη εμμηναρχή, η καθυστερημένη εμμηνόπαυση, η ατοκία και η αυξημένη ηλικία κατά τον 1ο τοκετό (>30 ετών).

Υπάρχουν όμως και παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού που μπορούν να τροποποιηθούν και με αυτό τον τρόπο να ενισχυθεί η πρωτογενής πρόληψη για τον καρκίνο του μαστού:

Η ενίσχυση του μητρικού θηλασμού από 1,5 έτος και πάνω, η καταπολέμηση της παχυσαρκίας ( ιδανικό BMI >18,5  και < 25), η καταπολέμηση του τύπου ΙΙ σακχαρώδη διαβήτη, του καπνίσματος και της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, η αύξηση της σωματικής άσκησης ( περπάτημα και σωματική άσκηση 3-5 ώρες την εβδομάδα), η υγιεινή διατροφή (με φυτικές ίνες, πολυακόρεστα λίπη, συμπληρώματα βιταμίνης D και A), η αποφυγή μακροχρόνιων ορμονικών θεραπειών υποκατάστατης  στην εμμηνόπαυση και  μακροχρόνιας χρήσης αντισυλληπτικών ( πριν το 25ο έτος), η αντιμετώπιση της αϋπνίας και η αποφυγή χρήσης τοξικών ουσιών στην εμβρυική και παιδική ζωή προστατεύουν πρωτογενώς από την εμφάνιση του καρκίνου του μαστού.

Από τις ασθενείς που νοσούν από καρκίνο του μαστού μόνο το 10% έχουν γενετικό υπόβαθρο και οικογενή προδιάθεση  ενώ στο 90% των ασθενών είναι οι πρώτες που νοσούν. Για την καλή πρόγνωση της νόσου, λοιπόν,  μεγάλη σημασία παίζει η πρώιμη διάγνωση, η οποία επιτυγχάνεται με τον προσυμπτωματικό έλεγχο του πληθυσμού ( πριν να δώσει ο όγκος συμπτώματα) στα πλαίσια της δευτερογενούς πρόληψης.

Η απεικονιστική διάγνωση του καρκίνου του μαστού έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Μελέτες και μετααναλύσεις  μελετών που έγιναν σε χώρες που εφαρμόζουν αυτόν τον πληθυσμιακό έλεγχο, όπως η Γερμανία και οι σκανδιναβικές χώρες έδειξαν μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο του μαστού κατά 25% στις γυναίκες που υποβλήθηκαν σε πληθυσμιακό έλεγχο.

Σύμφωνα με τις πανευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές του 2017 όλες οι γυναίκες του γενικού πληθυσμού πρέπει να υποβάλλονται από την ηλικία των 40 ετών και άνω σε μαστογραφία ανά 1 με 2 έτη από 40-49 ετών και ανά 2ετία από 50-74 ετών και επίσης ανά 2ετία από 75 ετών και άνω (εφόσον η γενική κατάσταση της υγείας τους το επιτρέπει). Ο ακτινογραφικά πυκνός μαστός όμως στις ανωτέρω ηλικιακές ομάδες και στις ασθενείς κάτω των 40 ετών αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα της μαστογραφίας ( ακόμα και της ψηφιακής, που έχει υψηλότερη ευαισθησία 90% και μικρότερη έκθεση σε ακτινοβολία). Τόσο λοιπόν στις Η.Π.Α. όσο και στην Ευρώπη συστήνεται η διενέργεια επιπρόσθετων διαγνωστικών εξετάσεων, όπως το υπερηχογράφημα και η μαγνητική τομογραφία.

Το σύγχρονο υπερηχογράφημα υψηλής ανάλυσης είναι μία υψηλής διαγνωστικής αξίας απεικονιστική μέθοδος και αποτελεί τη διαγνωστική μέθοδο εκλογής σε γυναίκες <40 ετών. Αναγνωρίζει αλλοιώσεις κάτω των 5 χιλ., ακόμα και αποτιτανώσεις εντός των γαλακτοφόρων πόρων. Τα διαγνωστικά αποτελέσματα εξαρτώνται πάντα από την ποιότητα του τεχνολογικού εξοπλισμού και την εμπειρία του ιατρού που εξετάζει. Πρόσθετες νέες τεχνικές που βοηθούν στην περαιτέρω αποσαφήνιση των ευρημάτων του μαστού και πραγματοποιούνται με τα μοντέρνα μηχανήματα υπερήχων είναι το έγχρωμο Doppler ( για τον έλεγχο της νεοαγγείωσης), η ελαστογραφία ( shear wave) και η 3D υπερηχογραφία.

Η μαγνητική τομογραφία έχει ειδικές ενδείξεις και δεν πρέπει να εφαρμόζεται άκριτα γιατί έχει υψηλό ποσοστό ψευδώς θετικών και ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων.

Δυστυχώς ακόμα και σήμερα οι περισσότερες ασθενείς προσέρχονται σε μας λόγω ψηλαφητών όγκων του μαστού και όχι στα πλαίσια του προσυμπτωματικού προληπτικού έλεγχου με μαστογραφία και υπέρηχο. Θα πρέπει να τονίσουμε, λοιπόν, την αξία της μηνιαίας κλινικής αυτοεξέτασης των μαστών (αμέσως μετά την περίοδο στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες) και την ανεκτίμητη αξία του ετήσιου προληπτικού ελέγχου του μαστού σε εξειδικευμένο μαστολόγο.

Μόλις διαγνωστεί το ύποπτο ή ασαφές εύρημα ( ψηλαφητό ή μη ψηλαφητό) πρέπει σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές  να γίνει ιστολογική διάγνωση με σύστημα βιοψίας λήψης κυλίνδρου ιστού (core biopsy) υπερηχογραφικά ή στερεοτακτικά κατευθυνόμενη υπό τοπική αναισθησία, χωρίς νοσηλεία.

Επί καλοήθους ευρήματος αποφεύγεται η περιττή χειρουργική επέμβαση, ενώ επί κακοήθους ευρήματος η παθολογοανατομική διάγνωση του ιστολογικού τύπου, grade και ανοσοΪστοχημικών χαρακτηριστικών του όγκου  κατευθύνει την περαιτέρω εξατομικευμένη, ενδεδειγμένη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών, με το σωστό χειρουργικό σχεδιασμό και τεχνική  και την πλήρη ενημέρωσή τους. Παλαιότερες τακτικές, με τις οποίες  η ασθενής μάθαινε τη διάγνωση μετά το χειρουργείο μέσω ταχείας βιοψίας ( και αυξημένου χρόνου νάρκωσης για την αναμονή του αποτελέσματος), χωρίς ενημέρωση, χωρίς συγκατάθεση και χωρίς σχεδιασμό του ενδεδειγμένου τρόπου θεραπευτικής αντιμετώπισης προεγχειρητικά, θεωρούνται ξεπερασμένες,

Το 10% όλων των καρκίνων του μαστού αφορά σε κληρονομικό καρκίνο του μαστού. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οφείλονται σε μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA-1 και BRCA-2 Οι γυναίκες, που είναι φορείς μεταλλάξεων των γονιδίων αυτών, έχουν 80% πιθανότητα να αναπτύξουν καρκίνο του μαστού συνήθως σε νέα ηλικία, όπως επίσης καρκίνο των ωοθηκών, του ενδομητρίου, του εντέρου, ενώ οι άνδρες του προστάτη, του μαστού, του εντέρου. Με μία εξέταση αίματος μπορεί να διαγνωσθούν αν είναι φορείς των μεταλλάξεων των συγκεκριμένων γονιδίων και να μπουν σε πρόγραμμα εντατικής παρακολούθησης και πρώιμης διάγνωσης με:

  • Μηνιαία αυτοεξέταση των μαστών
  • Ανά εξάμηνο ψηλάφηση από ειδικό ιατρό
  • Ανά 6μηνο υπερηχογράφημα των μαστών από το 25οέτος της ζωής
  • Ετήσια μαστογραφία από το 40οέτος της ζωής
  • Μαγνητική τομογραφία μαστών ανά έτος αν υπάρχουν διαγνωστικές ανακρίβειες 25-55 ετών
  • Ανά 6μηνο γυναικολογική εξέταση με διακολπικό υπέρηχο και καθορισμό των καρκινικών δεικτών

Σε αυτές τις ασθενείς υψηλού κινδύνου ενδείκνυται η προφυλακτική αφαίρεση των ωοθηκών λαπαροσκοπικά, μετά την ολοκλήρωση του οικογενειακού προγραμματισμού (μετά τα 40 έτη) και η προφυλακτική αμφοτερόπλευρη μαστεκτομή με άμεση αποκατάσταση. Έτσι μειώνεται η πιθανότητα νόσησης από καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών κατά 97%. Επίσης η φαρμακευτική αγωγή με Ταμοξιφαίνη, Ραλοξιφαίνη και αναστολέα αρωματάσης μειώνει τον κίνδυνο νόσησης από καρκίνο του μαστού.

Ο καρκίνος του μαστού είναι πολύ συχνός στις γυναίκες (1 στις 8), ενώ αφορά σπανιότερα και στους άνδρες. Με τα σύγχρονα διαγνωστικά μέσα και τις σύγχρονες χειρουργικές τεχνικές ογκοπλαστικής, καθώς και την εξέλιξη της ακτινοθεραπείας και των μοντέρνων συστηματικών θεραπειών ( χημειοθεραπειών, ορμονικών χειρισμών, ανοσοθεραπειών και στοχευμένων-μοριακών θεραπειών) μπορεί να ιαθεί. Το άλφα και το ωμέγα στην προσπάθεια αυτή είναι η πρώιμη διάγνωση και η έγκαιρη θεραπεία με ποσοστά ίασης 86-100%. Ο προληπτικός ετήσιος έλεγχος στο γενικό πληθυσμό σε ειδικό γιατρό μαστολόγο σώζει ζωές.

Leave a Reply

Your email address will not be published.